____________ ____________ ταξιδεύοντας: 101 ~ Μαξ Φρις: "Ευτυχία στην Ελλάδα"

ταξιδεύοντας

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

101 ~ Μαξ Φρις: "Ευτυχία στην Ελλάδα"



Max Rudolf Frisch (1911–1991)
"η ελληνική γη, καθώς απλώνεται στα πόδια μου
με τις τρελές της δαντέλες να ξεπροβάλλουν πυρές
απ' τη γκρίζα καταχνιά των κοιλάδων"



Μ' ένα φιλί στο αριστερό και ένα στο δεξί μου μάγουλο μ' αποχαιρέτησε ο νεότερος, που με είχε φέρει στο σπίτι, κι από κει κι ύστερα με νανούρισε ο φλοίσβος των κυμάτων.

Όταν άκουσα τις σειρήνες του πλοίου ήταν πρωί, η ώρα τέσσερις, και ξύπνησα και έφυγα αθόρυβα από το κοιμισμένο, ήσυχο ακόμα σπίτι, που την τριζάτη πόρτα του την έκλεισα σαν πύλη παραμυθιού, βρήκα στην κουμπότρυπα του σακακιού μου ένα λουλούδι στο μέγεθος πιάτου, κι εκείνο το χόρτο, που τη μυρωδιά του τόσο αγαπούνε σε τούτη τη χώρα. Μόνο που δεν θέλησα να κουμπώσω τη ζακέτα μου, γιατί οι τσέπες της πίεζαν προς τα έξω σαν όγκοι' δεξιά αισθάνθηκα αυγά κι αριστερά ήταν δαμάσκηνα.


Glück in Griechenland
απόδοση: Νίκη Αϊντενάιερ

__ __ __ __

Ο Ελβετός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και χρονικογράφος Μαξ Φρις, τιμημένος με το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γερμανίας "Georg-Büchner" (1958), όπως και με το διεθνές βραβείο "Neustadt" (1986) , έρχεται στην Ελλάδα το 1957. Έχει μόλις επιστρέψει από το ταξίδι του στο Μεξικό (1956), ένα ταξίδι που πραγματοποίησε αμέσως μετά την συμμετοχή του στην Διεθνή Διάσκεψη για τη Σχεδίαση στο Aspen (Κολοράντο) όπου έδωσε ομιλία με τίτλο "Γιατί δεν έχουμε τις πόλεις που χρειαζόμαστε;". Από τους δύο πιο γνωστούς ελβετούς μεταπολεμικούς συγγραφείς - ο έτερος είναι ο Φρήντριχ Ντύρενματ -, ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα του ως αρχιτέκτων, όπως ήταν και ο πατέρας του, μια καριέρα που συνέχισε με επιτυχία μέχρι που την εγκατέλειψε οριστικώς για να αφοσιωθεί στην συγγραφή.

__ __ __ __

Ένα σύκο έπεσε μόλις απ' το δέντρο κι έσκασε πάνω στο έδαφος. Κι εγώ κοιτάζω τώρα την πανσέληνο, που η χλωμή της φέτα αργοκυλάει ανάμεσα σε τούτα τα κλαδιά, κι αυτά φαντάζουν μαύρα πίσσα και σαν φίδια. Ακούω μόνο την ίδια την ανάσα μου και το δικό μου καρδιοχτύπι. Αλλά, καθώς αποτινάζω τους σβώλους απ' τα μέλη μου που κείτονταν ξεθεωμένα ανάμεσα τους, φέρνω στο νου μου πώς κατέληξα στ' αλήθεια εδώ, σ' αυτό το χάνι «Μοναχική συκιά», που είναι φθηνά και υπέροχα απλά και απλά υπέροχα. Χθες λοιπόν, καθώς βάδιζα στο στενό μονοπάτι του ισθμού, απότομα θόλωσε ο καιρός προς τ' ανατολικά' κι απ' την Αθήνα, όπου την περασμένη νύχτα ονειροπολούσα επάνω στην Ακρόπολη, ήρθε κατά πάνω μου μια επόμενη νύχτα και μ' αιφνιδίασε μες στο χωράφι. Και παραπέρα θυμάμαι μόνο μια φλογέρα βοσκού που όλο και πλησίαζε και δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Ήταν ένα απλοϊκό δώθε-κείθε με τους ίδιους πάντα τόνους. Κι ενώ τα βλέφαρα μου πήραν να κλείνουν επιτέλους, μάλωνα ακόμη μ' έναν παλιό μου δάσκαλο που μας σχεδίαζε στον τοίχο τέτοιες φλογέρες, και το -γάβγισμα των σκυλιών δεν έλεγε να φύγει απ' το μεδούλι μου, και να που πίσω απ' τον κορμό του δέντρου, που ήταν το προσκεφάλι μου, καραδοκούσε ο γέρο Παν.


Τώρα σηκώνομαι κόντρα στο πρωινό, που ακόμα διστάζει να φανεί σα για να μείνει ετούτη η νύχτα ατέλειωτη. Πάνω, προς Ακροκόρινθο. Είναι ένα περήφανο βραχώδες φρύδι, που αναχαιτίζεται επάνω από τον ισθμό. Των μύθων αδέρφι. Και το στήθος μου σφυροκοπάει άγρια, γιατί βιάζομαι μήπως και το ξημέρωμα φτάσει νωρίτερα από μένα στην κορφή.

[....] Και να που επιτέλους πιάνω την έσχατη κόχη, ενώ από τη θάλασσα αιωρείται ο ήλιος, όπως όταν ανοίγεις μια πόρτα θερμάστρας και μένεις με το στόμα ανοιχτό κοιτάζοντας τα κάρβουνα, πυρακτωμένα ανάμεσα στη στάχτη" έτσι είναι αυτή η ελληνική γη, καθώς απλώνεται στα πόδια μου με τις τρελές της δαντέλες να ξεπροβάλλουν πυρές απ' τη γκρίζα καταχνιά των κοιλάδων.

Πιο ύστερα δυο χέρια μπουσουλάν ξαφνικά πάνω στο στήθος μου και μοιάζουν πελώριες αράχνες, έτσι που ξυπνάω απ' την παγανιστική μου απότιση τιμής στον ήλιο. Δίπλα μου στέκεται ένας γεράκος που με τρεμάμενα χέρια προσπαθεί να μου κουμπώσει με κάθε τρόπο τη ζακέτα μου, επειδή φυσάει αυτός ο υπέροχος άνεμος. Για να μην τον απογοητεύσω, λοιπόν, πρέπει να κάνω πως κρυώνω. Είναι ένας έλληνας βοσκός, μ' εκείνην την κοντούτσικη φουστίτσα να ξεπροβάλλει με τις δίπλες της απ' τη ζώνη και να κυματίζει προς τα κάτω απ' τους γοφούς. Κι έπειτα παίζουμε Φιλήμονα και Βαύκη, οπότε εγώ αναλαμβάνω ταπεινά και ντροπαλά το ρόλο του Δία με το να δεχτώ την πρόσκληση του και να τον ακολουθήσω κάτω στην κοιλάδα, όπου, μιάμιση ώρα αφότου φτάσαμε, μας προσφέρεται το πρωινό που μου υποσχέθηκε και που τόσο επιθυμούσα, από τη γυναίκα του, η οποία αναστατωμένη τρέχει σαν την πάπια απ' τη μια γωνιά στην άλλη, ενώ εμείς στρογγυλοκαθόμαστε σαν τους Κυρίους της δημιουργίας.
... ...


από το Κορινθιακό οδοιπορικό
απόδοση: Νίκη Αϊντενάιερ

__ __ __ __

Σαν να το 'ξερα πως η δεύτερη αυτή πεζοπορία επρόκειτο να βρει μια τελείωση, που η πραγματική της υπεροχή θα απέβαινε τόσο παραμυθένια όσο ποτέ μου δεν θα μπορούσα να διανοηθώ. Πώς το εννοώ: Με αδιάσειστα φιλικά αισθήματα προς την Ελλάδα, ανέβηκα στο φορτηγό καραβάκι που ήταν λοξά αγκυροβολημένο στο αθηναϊκό λιμάνι και ήταν φορτωμένο με έλληνες εκδρομείς, οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, χρησιμοποιούν το φτύσιμο σαν σημείο στίξης. Και στη συνέχεια παρέμεινα όλη εκείνη τη νύχτα όρθιος, έχοντας αγκαλιασμένο ένα φουγάρο, γιατί ούρλιαζε ένας υγρός αέρας, κι εγώ κοίταζα με πά έναστρο ουρανό, όπου σπάΟιζε μια εδώ μια εκεί το κατάρτι και για επτά ολόκληρες ώρες δεν τολμούσα να ρίξω το βλέμμα στο σανίδι, για να μη δω αυτό που με τη μύτη τόσο ζωηρά αντιλαμβανόμουν.

Επιτέλους η Ιτέα.



Όπου με σταθερό έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου κίνησα μες στη νύχτα, με κατεύθυνση προς το άγνωστο και το μοναχικό.

από τα Δελφικά οδοιπορικά
απόδοση: Νίκη Αϊντενάιερ

__ __ __ __

Για τον Μαξ Φρις γράφει η Κατερίνα Σχινά στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (29 Αυγ. 2008) : Μαξ Φρις: Το πάθος για ειλικρίνεια


Ανεξάρτητος, πολιτικά ενεργός, οξύς και κριτικός απέναντι στην πατρίδα του, την Ελβετία, με έργα που χαρακτηρίζονται από ένα μοναδικό μείγμα αυτοβιογραφικών και μυθοπλαστικών στοιχείων και πάθος για την ειλικρίνεια και την αλήθεια, ο Μαξ Φρις είναι ένας από τους πιο «προσωπικούς» συγγραφείς του 20ού αιώνα. Οι ανθρώπινες σχέσεις, ιδιαίτερα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, βρίσκονται στο επίκεντρο του έργου του, χωρίς ποτέ να παραβλέπονται οι κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις αυτών των φαινομενικά ιδιωτικών υποθέσεων. Μοντέρνος, αντιφατικός, με ιδιαίτερα οξύ βλέμμα απέναντι στον σύγχρονο βίο, ενδιαφέρεται περισσότερο για την αλήθεια, παρά για την αρμονία και τη «μορφή». Συστηματικά δουλεύει και ξαναδουλεύει τα έργα του - ιδιαίτερα τα θεατρικά, που υπάρχουν σε διαφορετικές εκδοχές, συχνά με διαφορετική κατάληξη. Και ενώ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελβετία, ο Φρις έζησε επίσης στη Ρώμη, το Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη και ταξίδεψε πολύ' το έργο του αποτυπώνει την ανοιχτοσύνη του μεγάλου κόσμου και μαζί τη σταθερότητα της συντηρητικής του πατρίδας. Πολυβραβευμένος, με μεγάλη αναγνώριση εν ζωή, ρωτήθηκε κάποτε πού αποδίδει την επιτυχία του. «Ίσως επειδή σχεδόν όλα όσα έχω κάνει με αφορούν προσωπικά», είχε απαντήσει.


Γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1911, από πατέρα αρχιτέκτονα και μητέρα γερμανικής καταγωγής, άρχισε σπουδές στη γερμανική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της πόλης το 1930, αλλά τις εγκατέλειψε το 1933 με τον θάνατο του πατέρα του και άρχισε να εργάζεται ως free-lance δημοσιογράφος, κυρίως για τη Neue Zurcher Zeitung και τη Frankfurter Zeitung. Ταυτόχρονα δούλευε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Jurg Reinhart (1934): τραγωδία ενός νεαρού άντρα, που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη ερωτική σχέση και ταυτόχρονα διανύει τη δύσκολη περίοδο της ωρίμανσης, το βιβλίο είναι ένα τυπικό bildungsroman. Λίγο αργότερα, ολοκλήρωσε το αφήγημά του Antwort aus der Stille («Απάντηση από τη σιωπή», 1937) με πρωταγωνιστή έναν νεαρό άντρα που προσπαθεί να κατακτήσει ένα βουνό: και τα δύο έργα προδίδουν την «ηρωική» ατμόσφαιρα που επικρατούσε ακόμη και στη δημοκρατική Ευρώπη τη δεκαετία του '30.

Το 1936 επέστρεψε στα θρανία, για να σπουδάσει Αρχιτεκτονική' απομαγευμένος από τη συγγραφή, θα κάψει όλα του τα χειρόγραφα το 1937 - ωστόσο θα επιστρέψει στο γράψιμο δημοσιεύοντας το 1940 το ημερολόγιό του από τη στρατιωτική του θητεία, αρκετά πρωτόλειο και απολιτικό για έναν συγγραφέα όπως ο Φρις, με τίτλο Blatter aus dem Brotsack («Σελίδες από το σακίδιο»). Αποφοιτώντας το 1941, ο Φρις θα ανοίξει το δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο, θα παντρευτεί την επόμενη χρονιά την Gertrud Anna Constance von Meyenburg, με την οποία θα αποκτήσει τρία παιδιά και θα ζήσει μαζί της ώς το 1953' ταυτόχρονα, θα αρχίσει και πάλι να γράφει, δημοσιεύοντας το 1943 μια αναθεωρημένη εκδοχή του πρώτου βιβλίου του με τίτλο «Αγαπώ ό,τι με καίει» και το 1945 μια συνομιλία ανάμεσα σε έναν νέο άνδρα και το φανταστικό του alter ego στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Κίνα, με τίτλο «Μπιν, ή Το ταξίδι στο Πεκίνο». Δύο χαρακτηριστικά είναι κοινά σ' αυτά τα έργα: η εγγύτητα του Φρις προς τον σουρεαλισμό και η αίσθηση ότι χρειάζεται να δραπετεύσει κανείς από συνθήκες και τόπους που απειλούν να καταντήσουν φυλακές του εαυτού.




- τα αποσπάσματα των οδοιπορικών είναι από Το Δέντρο,
τχ.143/144 - Αύγουστος 2005
- Φωτογραφίες: readme.cc, uth.tmc.edu,
sitemaker.gr, comps.fotosearch.com,
- Εξώφυλλα βιβλίων: amazon.com,
gazellebookservices.co.uk, lemoni.gr

Ετικέτες , , , ,