____________ ____________ ταξιδεύοντας: Ιουλίου 2010

ταξιδεύοντας

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

101 ~ Μαξ Φρις: "Ευτυχία στην Ελλάδα"



Max Rudolf Frisch (1911–1991)
"η ελληνική γη, καθώς απλώνεται στα πόδια μου
με τις τρελές της δαντέλες να ξεπροβάλλουν πυρές
απ' τη γκρίζα καταχνιά των κοιλάδων"



Μ' ένα φιλί στο αριστερό και ένα στο δεξί μου μάγουλο μ' αποχαιρέτησε ο νεότερος, που με είχε φέρει στο σπίτι, κι από κει κι ύστερα με νανούρισε ο φλοίσβος των κυμάτων.

Όταν άκουσα τις σειρήνες του πλοίου ήταν πρωί, η ώρα τέσσερις, και ξύπνησα και έφυγα αθόρυβα από το κοιμισμένο, ήσυχο ακόμα σπίτι, που την τριζάτη πόρτα του την έκλεισα σαν πύλη παραμυθιού, βρήκα στην κουμπότρυπα του σακακιού μου ένα λουλούδι στο μέγεθος πιάτου, κι εκείνο το χόρτο, που τη μυρωδιά του τόσο αγαπούνε σε τούτη τη χώρα. Μόνο που δεν θέλησα να κουμπώσω τη ζακέτα μου, γιατί οι τσέπες της πίεζαν προς τα έξω σαν όγκοι' δεξιά αισθάνθηκα αυγά κι αριστερά ήταν δαμάσκηνα.


Glück in Griechenland
απόδοση: Νίκη Αϊντενάιερ

__ __ __ __

Ο Ελβετός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και χρονικογράφος Μαξ Φρις, τιμημένος με το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γερμανίας "Georg-Büchner" (1958), όπως και με το διεθνές βραβείο "Neustadt" (1986) , έρχεται στην Ελλάδα το 1957. Έχει μόλις επιστρέψει από το ταξίδι του στο Μεξικό (1956), ένα ταξίδι που πραγματοποίησε αμέσως μετά την συμμετοχή του στην Διεθνή Διάσκεψη για τη Σχεδίαση στο Aspen (Κολοράντο) όπου έδωσε ομιλία με τίτλο "Γιατί δεν έχουμε τις πόλεις που χρειαζόμαστε;". Από τους δύο πιο γνωστούς ελβετούς μεταπολεμικούς συγγραφείς - ο έτερος είναι ο Φρήντριχ Ντύρενματ -, ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα του ως αρχιτέκτων, όπως ήταν και ο πατέρας του, μια καριέρα που συνέχισε με επιτυχία μέχρι που την εγκατέλειψε οριστικώς για να αφοσιωθεί στην συγγραφή.

__ __ __ __

Ένα σύκο έπεσε μόλις απ' το δέντρο κι έσκασε πάνω στο έδαφος. Κι εγώ κοιτάζω τώρα την πανσέληνο, που η χλωμή της φέτα αργοκυλάει ανάμεσα σε τούτα τα κλαδιά, κι αυτά φαντάζουν μαύρα πίσσα και σαν φίδια. Ακούω μόνο την ίδια την ανάσα μου και το δικό μου καρδιοχτύπι. Αλλά, καθώς αποτινάζω τους σβώλους απ' τα μέλη μου που κείτονταν ξεθεωμένα ανάμεσα τους, φέρνω στο νου μου πώς κατέληξα στ' αλήθεια εδώ, σ' αυτό το χάνι «Μοναχική συκιά», που είναι φθηνά και υπέροχα απλά και απλά υπέροχα. Χθες λοιπόν, καθώς βάδιζα στο στενό μονοπάτι του ισθμού, απότομα θόλωσε ο καιρός προς τ' ανατολικά' κι απ' την Αθήνα, όπου την περασμένη νύχτα ονειροπολούσα επάνω στην Ακρόπολη, ήρθε κατά πάνω μου μια επόμενη νύχτα και μ' αιφνιδίασε μες στο χωράφι. Και παραπέρα θυμάμαι μόνο μια φλογέρα βοσκού που όλο και πλησίαζε και δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Ήταν ένα απλοϊκό δώθε-κείθε με τους ίδιους πάντα τόνους. Κι ενώ τα βλέφαρα μου πήραν να κλείνουν επιτέλους, μάλωνα ακόμη μ' έναν παλιό μου δάσκαλο που μας σχεδίαζε στον τοίχο τέτοιες φλογέρες, και το -γάβγισμα των σκυλιών δεν έλεγε να φύγει απ' το μεδούλι μου, και να που πίσω απ' τον κορμό του δέντρου, που ήταν το προσκεφάλι μου, καραδοκούσε ο γέρο Παν.


Τώρα σηκώνομαι κόντρα στο πρωινό, που ακόμα διστάζει να φανεί σα για να μείνει ετούτη η νύχτα ατέλειωτη. Πάνω, προς Ακροκόρινθο. Είναι ένα περήφανο βραχώδες φρύδι, που αναχαιτίζεται επάνω από τον ισθμό. Των μύθων αδέρφι. Και το στήθος μου σφυροκοπάει άγρια, γιατί βιάζομαι μήπως και το ξημέρωμα φτάσει νωρίτερα από μένα στην κορφή.

[....] Και να που επιτέλους πιάνω την έσχατη κόχη, ενώ από τη θάλασσα αιωρείται ο ήλιος, όπως όταν ανοίγεις μια πόρτα θερμάστρας και μένεις με το στόμα ανοιχτό κοιτάζοντας τα κάρβουνα, πυρακτωμένα ανάμεσα στη στάχτη" έτσι είναι αυτή η ελληνική γη, καθώς απλώνεται στα πόδια μου με τις τρελές της δαντέλες να ξεπροβάλλουν πυρές απ' τη γκρίζα καταχνιά των κοιλάδων.

Πιο ύστερα δυο χέρια μπουσουλάν ξαφνικά πάνω στο στήθος μου και μοιάζουν πελώριες αράχνες, έτσι που ξυπνάω απ' την παγανιστική μου απότιση τιμής στον ήλιο. Δίπλα μου στέκεται ένας γεράκος που με τρεμάμενα χέρια προσπαθεί να μου κουμπώσει με κάθε τρόπο τη ζακέτα μου, επειδή φυσάει αυτός ο υπέροχος άνεμος. Για να μην τον απογοητεύσω, λοιπόν, πρέπει να κάνω πως κρυώνω. Είναι ένας έλληνας βοσκός, μ' εκείνην την κοντούτσικη φουστίτσα να ξεπροβάλλει με τις δίπλες της απ' τη ζώνη και να κυματίζει προς τα κάτω απ' τους γοφούς. Κι έπειτα παίζουμε Φιλήμονα και Βαύκη, οπότε εγώ αναλαμβάνω ταπεινά και ντροπαλά το ρόλο του Δία με το να δεχτώ την πρόσκληση του και να τον ακολουθήσω κάτω στην κοιλάδα, όπου, μιάμιση ώρα αφότου φτάσαμε, μας προσφέρεται το πρωινό που μου υποσχέθηκε και που τόσο επιθυμούσα, από τη γυναίκα του, η οποία αναστατωμένη τρέχει σαν την πάπια απ' τη μια γωνιά στην άλλη, ενώ εμείς στρογγυλοκαθόμαστε σαν τους Κυρίους της δημιουργίας.
... ...


από το Κορινθιακό οδοιπορικό
απόδοση: Νίκη Αϊντενάιερ

__ __ __ __

Σαν να το 'ξερα πως η δεύτερη αυτή πεζοπορία επρόκειτο να βρει μια τελείωση, που η πραγματική της υπεροχή θα απέβαινε τόσο παραμυθένια όσο ποτέ μου δεν θα μπορούσα να διανοηθώ. Πώς το εννοώ: Με αδιάσειστα φιλικά αισθήματα προς την Ελλάδα, ανέβηκα στο φορτηγό καραβάκι που ήταν λοξά αγκυροβολημένο στο αθηναϊκό λιμάνι και ήταν φορτωμένο με έλληνες εκδρομείς, οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, χρησιμοποιούν το φτύσιμο σαν σημείο στίξης. Και στη συνέχεια παρέμεινα όλη εκείνη τη νύχτα όρθιος, έχοντας αγκαλιασμένο ένα φουγάρο, γιατί ούρλιαζε ένας υγρός αέρας, κι εγώ κοίταζα με πά έναστρο ουρανό, όπου σπάΟιζε μια εδώ μια εκεί το κατάρτι και για επτά ολόκληρες ώρες δεν τολμούσα να ρίξω το βλέμμα στο σανίδι, για να μη δω αυτό που με τη μύτη τόσο ζωηρά αντιλαμβανόμουν.

Επιτέλους η Ιτέα.



Όπου με σταθερό έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου κίνησα μες στη νύχτα, με κατεύθυνση προς το άγνωστο και το μοναχικό.

από τα Δελφικά οδοιπορικά
απόδοση: Νίκη Αϊντενάιερ

__ __ __ __

Για τον Μαξ Φρις γράφει η Κατερίνα Σχινά στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (29 Αυγ. 2008) : Μαξ Φρις: Το πάθος για ειλικρίνεια


Ανεξάρτητος, πολιτικά ενεργός, οξύς και κριτικός απέναντι στην πατρίδα του, την Ελβετία, με έργα που χαρακτηρίζονται από ένα μοναδικό μείγμα αυτοβιογραφικών και μυθοπλαστικών στοιχείων και πάθος για την ειλικρίνεια και την αλήθεια, ο Μαξ Φρις είναι ένας από τους πιο «προσωπικούς» συγγραφείς του 20ού αιώνα. Οι ανθρώπινες σχέσεις, ιδιαίτερα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, βρίσκονται στο επίκεντρο του έργου του, χωρίς ποτέ να παραβλέπονται οι κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις αυτών των φαινομενικά ιδιωτικών υποθέσεων. Μοντέρνος, αντιφατικός, με ιδιαίτερα οξύ βλέμμα απέναντι στον σύγχρονο βίο, ενδιαφέρεται περισσότερο για την αλήθεια, παρά για την αρμονία και τη «μορφή». Συστηματικά δουλεύει και ξαναδουλεύει τα έργα του - ιδιαίτερα τα θεατρικά, που υπάρχουν σε διαφορετικές εκδοχές, συχνά με διαφορετική κατάληξη. Και ενώ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελβετία, ο Φρις έζησε επίσης στη Ρώμη, το Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη και ταξίδεψε πολύ' το έργο του αποτυπώνει την ανοιχτοσύνη του μεγάλου κόσμου και μαζί τη σταθερότητα της συντηρητικής του πατρίδας. Πολυβραβευμένος, με μεγάλη αναγνώριση εν ζωή, ρωτήθηκε κάποτε πού αποδίδει την επιτυχία του. «Ίσως επειδή σχεδόν όλα όσα έχω κάνει με αφορούν προσωπικά», είχε απαντήσει.


Γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1911, από πατέρα αρχιτέκτονα και μητέρα γερμανικής καταγωγής, άρχισε σπουδές στη γερμανική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της πόλης το 1930, αλλά τις εγκατέλειψε το 1933 με τον θάνατο του πατέρα του και άρχισε να εργάζεται ως free-lance δημοσιογράφος, κυρίως για τη Neue Zurcher Zeitung και τη Frankfurter Zeitung. Ταυτόχρονα δούλευε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Jurg Reinhart (1934): τραγωδία ενός νεαρού άντρα, που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη ερωτική σχέση και ταυτόχρονα διανύει τη δύσκολη περίοδο της ωρίμανσης, το βιβλίο είναι ένα τυπικό bildungsroman. Λίγο αργότερα, ολοκλήρωσε το αφήγημά του Antwort aus der Stille («Απάντηση από τη σιωπή», 1937) με πρωταγωνιστή έναν νεαρό άντρα που προσπαθεί να κατακτήσει ένα βουνό: και τα δύο έργα προδίδουν την «ηρωική» ατμόσφαιρα που επικρατούσε ακόμη και στη δημοκρατική Ευρώπη τη δεκαετία του '30.

Το 1936 επέστρεψε στα θρανία, για να σπουδάσει Αρχιτεκτονική' απομαγευμένος από τη συγγραφή, θα κάψει όλα του τα χειρόγραφα το 1937 - ωστόσο θα επιστρέψει στο γράψιμο δημοσιεύοντας το 1940 το ημερολόγιό του από τη στρατιωτική του θητεία, αρκετά πρωτόλειο και απολιτικό για έναν συγγραφέα όπως ο Φρις, με τίτλο Blatter aus dem Brotsack («Σελίδες από το σακίδιο»). Αποφοιτώντας το 1941, ο Φρις θα ανοίξει το δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο, θα παντρευτεί την επόμενη χρονιά την Gertrud Anna Constance von Meyenburg, με την οποία θα αποκτήσει τρία παιδιά και θα ζήσει μαζί της ώς το 1953' ταυτόχρονα, θα αρχίσει και πάλι να γράφει, δημοσιεύοντας το 1943 μια αναθεωρημένη εκδοχή του πρώτου βιβλίου του με τίτλο «Αγαπώ ό,τι με καίει» και το 1945 μια συνομιλία ανάμεσα σε έναν νέο άνδρα και το φανταστικό του alter ego στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Κίνα, με τίτλο «Μπιν, ή Το ταξίδι στο Πεκίνο». Δύο χαρακτηριστικά είναι κοινά σ' αυτά τα έργα: η εγγύτητα του Φρις προς τον σουρεαλισμό και η αίσθηση ότι χρειάζεται να δραπετεύσει κανείς από συνθήκες και τόπους που απειλούν να καταντήσουν φυλακές του εαυτού.




- τα αποσπάσματα των οδοιπορικών είναι από Το Δέντρο,
τχ.143/144 - Αύγουστος 2005
- Φωτογραφίες: readme.cc, uth.tmc.edu,
sitemaker.gr, comps.fotosearch.com,
- Εξώφυλλα βιβλίων: amazon.com,
gazellebookservices.co.uk, lemoni.gr

Ετικέτες , , , ,

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

100 ~ Λουίτζι Μερκαντίνι: Αντίο ωραία Ζάκυνθος



Luigi Mercantini (1821–1872)
"ο ουρανός μού 'κανε δώρο
μια λεύτερη καρδιά"



Ο ιταλός ποιητής Λουίτζι Μερκαντίνι, μετά την συμμετοχή του στην υπεράσπιση της Ανκόνας από την επίθεση των Αυστριακών που κατέλαβαν την πόλη με βομβαρδισμό, φθάνει εξόριστος στην Κέρκυρα τον Ιούλιο του 1849, και μετά από οκτώ μήνες αναχωρεί για την Ζάκυνθο όπου παραμένει μέχρι τον Ιούλιο του 1852, οπότε και επιστρέφει, μέσω Μάλτας, οριστικώς στην Ιταλία.

Image and video hosting by TinyPic
Ζάκυνθος, η παραλία με το Ναυάγιο

Αντίο ωραία Ζάκυνθος,
αντίο γοητευτικό νησί των αμπελιών
και της ελιάς, των πορτοκαλιών
και των λουλουδιών.
..........
Οδυνηρή για μένα η σκέψη πως
τις όμορφες πλαγιές σου ίσως δεν ξαναδώ.
Λιμάνι φιλικό υπήρξες για τον φτωχό εξόριστο
και με τη γλυκεία σου υποδοχή, του παρηγόρησες
τον πόνο τριών ετών.
Σ' ευχαριστώ!
..........
Αιώνια ας είν' σε σένα της φύσης η γιορτή,
και ας στολίζει πάντα το πέτο και την κόμη
των κοριτσιών σου, το λευκό και το γαλάζιο.
Ας είν' ακόμη, στους λόφους και τ' ακρογιάλια σου
το θριαμβευτικό ελληνικό λάβαρο, Λευτεριά
να φανερώνει.
Αντίο Ζάκυνθος, αντίο ευγενές λίκνο
του αοιδού των χαρίτων και των τάφων.

μτφ: Διονύσης Κλαυδιανός

Image and video hosting by TinyPic
Ζάκυνθος


__ __ __ __

Ο Λουίτζι Μερκαντίνι, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους εκπροσώπους της ιταλικής λυρικής ποίησης, με έργο πατριωτικής έμπνευσης, γεννήθηκε στο γραφικό Ριπατρανσόνε, έναν μικρό δήμο με πλούσια ιστορική και καλλιτεχνική κληρονομιά, που κατοικείται από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους και που βρίσκεται 70 χλμ νοτιοανατολικά της Ανκόνας, ενώ απέχει 12 χλμ. από την ακτή της Αδριατικής.

Image and video hosting by TinyPic
Ριπατρανσόνε

__ __ __ __

Από τον Περίπλου, έτος 17 - τ.50/2001
Γράφει ο Διονύσης Κλαυδιανός:

Λένε πολλοί πως οι τέχνες, τα γράμματα, η ποίηση, η μουσική, ο πολιτισμός καταργούν τα σύνορα και φέρνουν πιο κοντά τους ανθρώπους. Αναμφίβολα έχουν δίκιο!

Μια απόδειξη, από τις πολλές που μπορούν να παρατεθούν, είναι και αυτή του Ιταλού ποιητή «άγνωστου» στο ευρύ κοινό της Επτανήσου του σήμερα Λουίτζι Μερκαντίνι που έζησε ως πρόσφυγας 8 μήνες στην Κέρκυρα και τρία χρόνια σχεδόν στη Ζάκυνθο, έως το 1852.

Ο Μερκαντίνι γεννήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου του 1821 στο Δήμο Ριπατραντσόνε της επαρχίας Άσκολι Πιτσένο (πέθανε το 1861) και έγινε κληρικός. Στη συνέχεια όμως το ανήσυχο πνεύμα του και η φιλομάθειά του τον ανάγκασαν να αποβάλει τα ράσα και να γίνει δάσκαλος, διδάσκοντας ως τις αρχές του 1849. Την εποχή εκείνη η Ιταλία συγκλονίζεται από πολιτικά κινήματα, επαναστάσεις και στενάζει κάτω από την αυστριακή κατοχή. Ο Μερκαντίνι και πολλοί άλλοι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής ευαισθητοποιούνται και συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά κινήματα με αποτέλεσμα να εξαναγκασθούν να φύγουν από την Ιταλία. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι την εποχή εκείνη οι Έλληνες φοιτούσαν σχεδόν αποκλειστικά στην Ιταλία κυρίως δε στα πανεπιστήμια της Πάδοβας, της Πίζας και της Παβίας (όπου σπούδασε και ο Σολωμός). Μόλις το 1848 εξερράγη η επανάσταση, πολλοί Έλληνες φοιτητές άφησαν τις σπουδές και πήραν τα όπλα κατά των Αυστριακών, πολεμώντας σε Αγκώνα, Μπολόνια και Φάνο. Διακρίθηκαν οι Νικ. Φωκάς, Παπούλης, Κουρκουμέλης και Διον. Λεονταράκης, ο οποίος μάλιστα για τη γενναιότητά του διορίστηκε από τους Ιταλούς επαναστάτες κυβερνήτης του Φάνο!

Η επανάσταση αυτή βέβαια απέτυχε και οι φοιτητές κατέφυγαν στα Ιόνια Νησιά όπου οργάνωσαν την περίθαλψη Ιταλών φυγάδων. Περισσότεροι από διακόσιοι αξιωματικοί, καθηγητές, ποιητές και συγγραφείς κατέφυγαν από τα τέλη του 1848 μέχρι τις αρχές του 1849 στην Κέρκυρα. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται ο πρόεδρος της Βενετικής Δημοκρατίας Λουδοβίκος Μανίν, ο διάσημος συγγραφέας Θωμαζαίος, οι ποιητές Ρεγκάλδι και Μερκαντίνι, ο στρατηγός Γουλιέλμος Πέπε, ο συνταγματάρχης Ζαμπεκάρη και άλλοι. Ο ελληνικός λαός υποστήριζε και βοηθούσε όπως μπορούσε τους φυγάδες, έτσι οι εξόριστοι Ιταλοί σε επικοινωνίες με την πατρίδα τους εκθειάζουν την «αδελφική αγάπη των Ελλήνων». Χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Ομόνοια» του Τορίνο του Λορέντζο Βαλέριο (ο οποίος απεκαλείτο Δαντών του Πεδεμοντίου) στις 31 Δεκεμβρίου του 1849 έγραφε τα εξής: «Η Ελλάς καίτοι μαστιζομένη από παλαιάς βαρείας πληγάς, άνοιξε διάπλατες τας πύλας των πόλεών της εις τους εξόριστους αυτούς και τους εκάλεσε εις το τραπέζι με αγάπη αδελφής. Με δάκρυα ευγνωμοσύνης υποδεχόμεθα αυτό το δώρον το οποίον οι απόγονοί μας θα ενθυμούνται με αίσθημα θαυμασμού».

[....] Μέσα σ' αυτό το κλίμα της εποχής ο Μερκαντίνι φτάνει στις 2 Ιουλίου 1849 στην Κέρκυρα. Μένει εκεί και περνάει ένα δύσκολο χειμώνα γράφοντας 10 πατριωτικά άσματα Canti αφιερωμένα στη νεολαία του Ιονίου. Στην Κέρκυρα ο Μερκαντίνι διδάσκει για λίγους μήνες ιταλικά, τα χρήματα που παίρνει είναι λιγοστά κι έτσι, ύστερα από προτροπή του ιστορικού Ερμάννου Λούντζη (1806-1868), έρχεται στη Ζάκυνθο στις 6 Μαΐου 1850. Νοικιάζει ένα φτωχικό σπίτι και αρχίζει, τι άλλο(;), να γράφει ποιήματα. Για να ζήσει διδάσκει ιταλικά στην οικογένεια Λούντζη.

Ο Μερκαντίνι γνωρίζει τους ανθρώπους της Ζακύνθου και τις ομορφιές της και τα ποιήματά του αναφέρονται μέχρι το 1852 σ' αυτούς. Γράφει για το Σπύρο Αλόστρο (1851), για το θάνατο της Κιάρας Μελισσηνού (1850), για το θάνατο του Ρομπέρτου Σάρτζιντ (12 Μαρτίου 1852) και επαινεί την ομορφιά της Ζακύνθου (1852) και του Πελούζου (Ιούλιος 1851). Επανεκδίδει το 1850 στο τυπογραφείο του Κωνσταντίνου Ροσσόλυμου τα πατριωτικά του ποιήματα Canti.

[....] Την εποχή εκείνη στην Ιταλία δεν υπήρχαν μεγάλοι πατριωτικοί ποιητές και έτσι ο Μερκαντίνι ήταν κύριος του πεδίου, αφού οι Manzoni, Berchet και Rossetti δεν έγραφαν πια. Στο ποιητικό του έργο υπάρχει έμπνευση αλλ' όχι και η τέχνη εκείνη η οποία κάνει ένα ποίημα μεγάλο.

Πάντως το ποίημά του ο «Ύμνος στο Γαριβάλδη» είναι παντού γνωστό στην Ιταλία. Ο «άσημος» ποιητής, όταν η Ιταλία απέκτησε την ελευθερία της, έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγεται και ο διάσημος γεωλόγος Art. Issel (ο οποίος τον αναφέρει στο βιβλίο του L' isola d' oro, 1896).

Ο τόπος καταγωγής του Μερκαντίνι, ο Δήμος Ριπατραντσόνε της Επαρχίας Άσκολι Πιτσένο, δεν ξέχασε τον ποιητή του αλλά ούτε και τη Ζάκυνθο που τον προστάτεψε! Έτσι πέρυσι, σε μια σεμνή τελετή στις 25 και 26 Μαίου και χωρίς δυστυχώς την παρουσία του Δήμου Ζακυνθίων (είχε προσκληθεί αλλά πού καιρός για τέτοια!) ένας κεντρικός δρόμος ονομάστηκε Via Zante!

Το διήμερο 25 - 26 Απριλίου φέτος είχα την τύχη και την τιμή να παρακολουθήσω προσκαλεσμένος τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Δήμο του Σάπρι (Σαλέρνο) στον πανέμορφο Golfo di Policastro [φωτ.] (στην πάλαι ποτέ Μεγάλη Ελλάδα) για τον ποιητή L. Mercantini και την παρουσίαση του βιβλίου του I Canti.

Οι εκδηλώσεις έγιναν στο Sapri για να τιμηθεί ο ποιητής για το ποίημά του «Η θερίστρια του Σάπρι» που αναφέρεται στο θάνατο 300 νέων ανθρώπων το 1857. Ήταν μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση την οποία παρακολούθησε αρκετός κόσμος των γραμμάτων καθώς και 50 άτομα από το Ριπατραντσόνε με επικεφαλής το Δήμαρχο Ubaldo Maroni και «πέρασε» στις μεγάλες ιταλικές εφημερίδες και στα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε.

Όλοι οι ομιλητές έκαναν ιδιαίτερη αναφορά στο έργο του Μερκαντίνι στη Ζάκυνθο και «στους φιλόξενους και καλλιεργημένους κατοίκους της». Μάλιστα «ως ένα ελάχιστο ευχαριστώ προς τους φίλους της Ζακύνθου και τους Έλληνες», ο πανεπιστημιακός Emidio Diletti απάγγειλε το ποίημα του Μερκαντίνι για την Ελληνική Σημαία και καταχειροκροτήθηκε. Έτσι, ανταποδίδοντας το χαιρετισμό και τα καλά τους λόγια για τη Ζάκυνθο, διάβασα στροφές από το ποίημα του Μερκαντίνι «La Spicolatrice di Sapri» (Η θερίστρια του Σάπρι-ομώνυμος πολιτιστικός σύλλογος του Σάπρι) στα ελληνικά και μάλλον συγκινήθηκαν, αν κρίνουμε από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων τους και την τηλεοπτική κάλυψη που έλαβε το θέμα!

Φαίνεται λοιπόν πως ο πολιτισμός έχει τη δύναμη να καταργεί τα σύνορα! Ο «άγνωστος» ποιητής έφερε κοντά δύο Δήμους της Ιταλίας Ριπατραντσόνε-Σάπρι και τη Ζάκυνθο την οποία αγάπησε και τραγούδησε, ίσως τη Ζάκυνθο του χθες πριν τις πολύβουες συναλλαγματικές κερδοφόρες αφίξεις τσάρτερ, πριν τον τουρισμό!
... ...

__ __ __ __

Βιογραφικό από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, έκδοσης 1928 (τ. 3ος):

Μερκαντίνι (Λουδοβίκος Mercantini). Ιταλός ποιητής (1821-1872). Εγένετο γνωστός ως συντάκτης του Γαριβαλδινού ύμνου. Κατά το 1849 κατέφυγεν, ως πολιτικός εξόριστος, εις Κέρκυραν και κατόπιν εις Ζάκυνθον, όπου εδημοσίευσεν ενθουσιώδη ύμνον εις την ελληνικήν σημαίαν, ως και δέκα πατριωτικά ποιήματα υπό τον τίτλον "Άσματα". Τω 1852 επιστρέψας εις Ιταλίαν εγένετο καθηγητής της ιστορίας και φιλολογίας εις το Πανεπιστήμιον της Βολωνίας και είτα της ιταλικής φιλολογίας εις το του Παλέρμου. - Μ.Σ.


- To ποίημα είναι από τον Περίπλου, έτος 17 - τ.50/2001
- Φωτογραφίες: ilquotidiano.it, ert.gr, dpgr.gr,
museipiceni.it, golfodipolicastro.it

Ετικέτες ,