____________ ____________ ταξιδεύοντας: Οκτωβρίου 2009

ταξιδεύοντας

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

89 ~ Αλφόνς ντε Λαμαρτίν: Στον κόλπο της Μεθώνης


Alphonse Marie Louise Prat de Lamartine (1790-1869)


«...Καθώς το πλοίο πλησιάζει στον κόλπο της Μεθώνης, οι ακτές της Πελοποννήσου διαγράφονται καθαρά και ξεχωρίζουν μία μία βγαίνοντας μέσα από την αιωρούμενη ομίχλη που τις τυλίγει. Αυτές οι ακτές που προκαλούν την περιφρόνηση των ταξιδιωτών, εμένα απεναντίας μου φαίνονται πολύ καλοσχεδιασμένες από τη φύση: μεγάλα περιγράμματα βουνών και κυματιστές, αρμονικές γραμμές. Με δυσκολία αποσπώ το βλέμμα μου από πάνω τους. Η σκηνή είναι άδεια, αλλά γεμίζει από το παρελθόν: η μνήμη κατοικεί τα πάντα! Αυτό το μαυριδερό σύμπλεγμα από λόφους, ακρωτήρια, κοιλάδες, που το μάτι το αγκαλιάζει ολόκληρο από δω, λες και είναι ένα μικρό νησάκι του Ωκεανού, ενώ δεν είναι παρά μια κουκίδα πάνω στο χάρτη προκάλεσε μεγαλύτερο θόρυβο, μεγαλύτερη δόξα και λάμψη, περισσότερες αρετές και εγκλήματα, από ολόκληρες ηπείρους. Αυτό το πλήθος των νησιών και των βουνών που γέννησαν σχεδόν ταυτόχρονα τον Μιλτιάδη, τον Λεωνίδα, τον Θρασύβουλο, τον Επαμεινώνδα, τον Δημοσθένη, τον Αλκιβιάδη, τον Περικλή, τον Πλάτωνα, τον Αριστείδη, τον Σωκράτη, τον Φειδία αυτή η γη η οποία αφάνιζε τις στρατιές του Ξέρξη, δύο εκατομμύρια ψυχές, που έστελνε αποικίες στο Βυζάντιο, στην Ασία και την Αφρική, που δημιουργούσε ή ανανέωνε τις τέχνες του πνεύματος και του χεριού, και η οποία μέσα σ' ενάμιση αιώνα τις έφερε σε τέτοιο βαθμό τελειότητας ώστε να γίνουν αξεπέραστα σύμβολα. αυτή η γη της οποίας η ιστορία είναι και δική μας ιστορία, που ο 'Ολυμπός της είναι ακόμα ο ουρανός της φαντασίας μας αυτή η γη από όπου ξεκίνησαν η φιλοσοφία και η ποίηση κι έφτασαν στα πέρατα του κόσμου και όπου ξαναγυρίζουν κάθε τόσο, όπως γυρίζουν τα παιδιά στο λίκνο τους: να την λοιπόν! Κάθε κύμα με φέρνει πιο κοντά της την αγγίζω. Καθώς ξεπροβάλλει νιώθω βαθιά συγκίνηση, που μετριάζεται όμως από το γεγονός ότι αυτές οι αναμνήσεις ξέφτισαν στο νου μου προτού να τις συλλάβει, η μνήμη μου κουράστηκε από τις αδιάκοπες επαναλήψεις. Η Ελλάδα είναι για μένα ένα βιβλίο που η ομορφιά του έχει ξεθωριάσει γιατί μας το διάβασαν σε μια ηλικία όπου δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε...»
6 Αυγούστου 1832

Από το βιβλίο "Τρεις Γάλλοι Ρομαντικοί στην Ελλάδα"
σε μετάφραση Βάσως Μέντζου (εκδ. Ολκός)

Frederick de Wit: Modon (Mεθώνη)

Αν και ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίν έβρισκε ότι "ο Παρθενώνας είναι το τελειότερο ποίημα σε μάρμαρο", είναι γνωστό ότι δεν έτρεφε αισθήματα συμπαθείας για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ο Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, διπλωμάτης και πολιτικός, είχε επανειλημμένα εκδηλώσει τα φιλότουρκα αισθήματά του και είχε κατηγορηθεί για μισελληνισμό. Διάσημος ήδη από τους "Ποιητικούς Ρεμβασμούς" του, ξεκίνησε το ταξίδι του στην Ανατολική Μεσόγειο, ένα ταξίδι που διήρκεσε δύο χρόνια (1832-1833) και που τον έφερε και στην Ελλάδα που γρήγορα τον απογοήτευσε. Τις εντυπώσεις και τον απολογισμό του από αυτό το ταξίδι μετέφερε στο βιβλίο "Souvenirs, impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient", - "ceci n'est pas un livre" είπε ο ίδιος γι αυτό - που εκδόθηκε το 1835 και στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο "Στοχαστής" με τον τίτλο "Οδοιπορικό ψυχής" σε μετάφραση Πωλίνας Πεφάνη.

Η ΛΙΜΝΗ

Ούτως αεί ωθούμενοι εις νέας παραλίας,
Και εις νυκτών φερόμενοι αιθέρα σκοτεινόν,
Δεν θ' αγκυροβολήσωμεν, έστω στιγμάς βραχείας,
Εις των ετών τον άπειρον ποτέ ωκεανόν;

Ω λίμνη, μόλις ήνυσε τον δρόμον του ο χρόνος,
Και παρ' αυτά τα νώτα σου τα τόσον προσφιλή μου,
Ιδέ,… ήλθον και κάθημαι επί του λίθου μόνος,
Όπου την είδες άλλοτε να κάθηται μαζί μου!

Ούτω τους βράχους έδαιρον τα κύματά σου λάβρα,
Κατά των αποτόμων των θραυόμενα πλευρών,
Και τον αφρόν των τον λευκόν προσπνέουσα η αύρα,
Ούτω προ των ποδών αυτής έρριπτε των αβρών.

Επλέομεν εν σιωπή ομού,… ήτον εσπέρα!
Το ενθυμείσαι; - σιωπή μαγευτική, βαθεία
Το κύμα σου εκάλυπτε και τον γλαυκόν αιθέρα,
Και κώπης που την έκοπτε γλυκεία αρμονία.

Πλην αίφνης θείοι, άγνωστοι επί της γης μας τόνοι,
Της όχθης σου ηξήγειραν εκθάμβους τας ηχούς,
Κ' ενώ αυτά το χείλος της τ' ωραίον επεφώνει,
Εις τους βαθείς του έτρεμε το κύμα σου μυχούς.

"Χρόνοι, μη σπεύδετε, και σεις, στιγμαί των ευδαιμόνων
Ωρών μας, ω σταθήτε!
Των ηδειών μας ημερών ν' απογευθώμεν μόνον
Επί μικρόν αφήτε!

Την ταχυτέραν πτήσιν σας πλήθος δυστήνων όντων
Θερμώς επικαλείται…
Φύγετε, και με σας το πυρ ας φύγη των στηθών των·
Τους άλλους λησμονείτε!…

Πλην φευ! Ολίγας καν στιγμάς έτι αιτώ ματαίως.
Ο χρόνος τας αρνείται.
Σβήνουσι τ' άστρα τ' ουρανού, ιδέ! κ' εγώ: 'βραδέως,
Τοις έλεγον, χωρείτε'.

Λοιπόν ερώμεν, σπεύσωμεν τον χρόνον να χαρώμεν,
Ο χρόνος δεν κρατείται!
'Ανορμος πλέει, άνορμοι κ' ημείς μαζί περώμεν,
Αθρόοι παροδίται".

Χρόνοι ζηλότυποι, ω! πώς στιγμαί ευδαιμονίας,
Καθ' ας γευόμεθ' άφθονα του έρωτος τα δώρα,
Ω! πώς να φεύγουν δύνανται μακράν μας μεθ' ομοίας
ταχύτητος, ως κ' η πικρά της δυστυχίας ώρα!

Ω! είν' αδύνατον λοιπόν εν ίχνος των να μείνη;
Διά παντός εσβέσθησαν, παρήλθον δι' ημάς;
Ο χρόνος, όστις έδωκεν αυτάς, όστις τας σβήνει,
Δεν θα μας δώση τας αυτάς και άλλοτε στιγμάς;

Αιωνιότης, παρελθόν, μηδέν, μυχοί σκοτίας,
Τι τας ημέρας κάμνετε, όσας μας αφαιρείτε;
Δεν θα μας αποδώσητε τας τέρψεις μας τας θείας,
'Οσας εντός της κύλικος του βίου μας αντλείτε;

Ω! λίμνη, βράχοι, σπήλαια, ω δάση σιγαλέα,
Σεις, ων ο χρόνος φείδεται, άτιν' ανανεοί,
Τήρησον της νυκτός αυτής, ω φύσις μου ωραία,
Καν την ενθύμησιν, αφού ο χρόνος σ' ευνοεί.

Ω! έστω εις το κύμα σου, φαιδρόν ή ωργισμένον,
Ω! λίμνη, κ' εις το θέαμα των χαροπών βουνών σου,
Εις τας ελάτας σου αυτάς, κ' επί των κρεμαμένων
Σκοπέλων εις το κάτοπτρον των κυανών νερών σου.

Ω! έστω εις τον ζέφυρον, όστις στενάζει πνέων,
Εις την ηχώ της όχθης σου, ήτις φαιδρά λαλεί,
Εις τον αργυρομέτωπον αστέρα, όστις χέων
Το φέγγος του τα νώτα σου τα ήρεμα φιλεί.

Είθε ο στένων κάλαμος, η αύρα ήτις κλαίει,
Τα θεία της αρώματα, η μάγος όλη φύσις,
Και ό,τι τέλος βλέπει τις, ό,τι ακούει, πνέει,
Είπωσιν όλα, λίμνη μου: Ηγάπησαν, επίσης.

Mτφ: Αγγέλου Βλάχου


Mεθώνη

Εικόνες: mundocitas.com, historic-cities.huji.ac.il, methoni.gr