____________ ____________ ταξιδεύοντας: Απριλίου 2009

ταξιδεύοντας

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

79 ~ Αντόνιο Ταμπούκι: Kοιτάζοντας τ' απότομα φαράγγια της Κρήτης


Antonio Tabucchi (1943)
"να λοιπόν, τα κατάφερα"


Μπήκα σε μια ταβέρνα που είχε το όνομα Αντάρτης, που στα ελληνικά σημαίνει παρτιζάνος, κι αντάρτης ένιωθα κι εγώ, όπως κάποιος που ζει στη σκιά, κρύβεται και πολεμάει, αλλά εναντίον ποιανού;, σκεφτόμουν, ας πούμε εναντίον των πραγμάτων, είναι γνωστό τι εννοώ λέγοντας πράγματα, θέλω να πω τα πάντα, γιατί η ζωή σιγά σιγά γεμίζει κι εξογκώνεται χωρίς να το καταλάβεις, αλλά εκείνο το πρήξιμο είναι κάτι το επιπλέον, σαν μια κύστη ή ένα χάος, και από κάποια στιγμή και πέρα, τούτο το σύνολο των πραγμάτων, των αντικειμένων, των αναμνήσεων, των θορύβων, των ονείρων ή των μεσοδιαστημάτων μεταξύ δύο ονείρων, δεν σου λέει πια τίποτα, είναι μονάχα ένας ακαθόριστος βόμβος, ένας κόμπος, ένας λυγμός που δεν ανεβαίνει και δεν κατεβαίνει, και σε πνίγει. Βρισκόμουν έξω, κάτω από την πέργκολα με την κληματαριά, κι έτρωγα ένα έξοχο πιάτο, μια συκωταριά, κοίταζα τα απότομα φαράγγια της Κρήτης, εκείνα τα τραχιά βουνά με τις χρωματιστές κηλίδες κάποιας πικροδάφνης ανάμεσα στο πράσινο των ελαιώνων, που εκεί έχουν ένα σκοτεινό και στιλπνό πράσινο, και κοίταζα μια ομάδα κατσίκες που την πικροδάφνη δεν την τρώνε, αυτές που μασάνε ακόμα και την αγριοδαμασκηνιά, και σκεφτόμουν: να, λοιπόν, τα κατάφερα.


Κρήτη, το φαράγγι της Ίμπρου

Μπήκα σ' εκείνη την ταβέρνα από απλή περιέργεια: για να κοιτάξω. H αίθουσα ήταν γυμνή, με τις ψάθινες καρέκλες βαλμένες τη μια πάνω στην άλλη, και τα τραπέζια μαζεμένα σε μια γωνιά. Υπήρχαν φωτογραφίες στους τοίχους και βάλθηκα να τις κοιτάζω. Σ' εκείνο το χωριό λατρεύουν δύο πρόσωπα: o ένας είναι o Βενιζέλος, γιατί εκεί γεννήθηκε κι εκεί είχε το στρατηγείο του κατά τη διάρκεια των πολέμων του' και τον βλέπει κανείς σε νεανικά πορτρέτα και σε κιτρινισμένες εφημερίδες που εικονογραφούν την αγάπη του για το λαό του. Ο άλλος είναι ο Καζαντζάκης, γιατί σ' αυτό το χωριό κάποτε σταμάτησε όταν τον κυνηγούσε κάποια από τις πολλές δυστυχίες του, κι εδώ τον καλοδέχτηκαν. Είναι ένας συγγραφέας που δεν τον αγάπησα ποτέ μου, ίσως επειδή μοιάζουμε στην αλαζονεία, μόνο που, στους μικρομαιάνδρους της ύπαρξής μας, οι δρόμοι της αλαζονείας είναι πιο πολλοί από εκείνους του Κυρίου, και στην περίπτωση του η αλαζονεία διάλεξε την οδό του θάρρους και της περηφάνιας. Η δική μου περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική, όπως πολύ καλά ξέρεις, αφού η περηφάνια οδηγεί προς τη δειλία. Εκτός από το πορτρέτο του, που τον δείχνει ντυμένο στην τρίχα (σακάκι, γραβάτα, περιποιημένα μουστάκια, μπριγιαντίνη, το βαθύ βλέμμα όποιου κοιτάζει τη φωτογραφική μηχανή σαν να κοιτάζει στα μάτια κατευθείαν την Αλήθεια), υπήρχε και η φωτογραφία του τάφου του (ας τον χαρακτηρίσουμε έτσι), γιατί η Εκκλησία του δεν δέχτηκε στο νεκροταφείο έναν άνθρωπο που της φαινόταν βλάσφημος, και η πόλη του, το Ηράκλειο, έθαψε τα λείψανα του στα τείχη της, κι έβαλε στην επιτύμβια πλάκα μια φράση του μέσα στην οποία ο ίδιος χωράει ολόκληρος, από την κορυφή έως τα νύχια : «Δεν πιστεύω τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι ελεύθερος ». Βλέπεις πώς πάνε τα πράγματα και τι τα οδηγεί: αρκεί μια τέτοια φράση για να καταστραφούν τα σχέδια ενός άνθρωπου σαν κι εμένα. Η σιωπή είναι, πράγματι, πολύ εύθραυστη. -Το ποτάμι-



Με όλα αυτά, όμως, πήδηξα από το ένα θέμα στο άλλο, γιατί αν δεν κάνω λάθος σου μιλούσα για το νησί. Λοιπόν: αν μ' έναν πρόχειρο υπολογισμό έχει μια διάμετρο που δεν ξεπερνά τα πενήντα χιλιόμετρα, κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν περισσότεροι από ένας κάτοικοι ανά δέκα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πραγματικά λίγοι. Ίσως να είναι περισσότερες οι κατσίκες, θα έλεγα μάλιστα πως είμαι σίγουρος γι' αυτό. Το μοναδικό αγαθό που παράγει τούτη η γη, εκτός από τα αγκάθια και τα φραγκόσυκα, είναι το πεπόνι, εκεί όπου το πετρώδες έδαφος μετατρέπεται σε άμμο, μια κιτρινωπή άμμο στην οποία οι κάτοικοι καλλιεργούν πεπόνια, μόνο πεπόνια, μικρά σαν γκρέιπ φρούτ, και γλυκύτατα. Τα πεπονοχώραφα διαχωρίζονται μεταξύ τους από τα κλήματα ενός αμπελιού που μοιάζει σχεδόν άγριο και που αναπτύσσεται σε τρύπες σκαμμένες μέσα στην άμμο ώστε να μην το κάψει η αλμύρα κι ώστε να μπορεί να συλλέγει τη νυχτερινή δροσιά, που σίγουρα είναι η μοναδική τροφή για τις ρίζες του. Από το σταφύλι του βγαίνει ένα σκούρο κοκκινέλι, νομίζω με υψηλό αλκοολικό βαθμό, που αποτελεί το μοναδικό ποτό του νησιού, εκτός από τα αφεψήματα από αγριοβότανα που πίνονται ακόμα και κρύα, και που είναι πικρά αλλά αρκετά αρωματικά. Μερικά είναι κίτρινα γιατί υπάρχει ένα είδος αγκαθωτού κρόκου που φυτρώνει ανάμεσα στις πέτρες και μοιάζει με πλακουτσωτή αγκινάρα' κι αυτό το ρόφημα δίνει ένα δυνατό μεθύσι, πολύ περισσότερο από το κρασί, και προσφέρεται στους αρρώστους και στους ετοιμοθάνατους. Μετά από μια αίσθηση ασυνήθιστης ευεξίας σε ρίχνει σε έναν βαρύ ύπνο, κι όταν ξυπνάς δεν ξέρεις πόσος χρόνος έχει περάσει: Ίσως ολόκληρες μέρες, χωρίς όνειρα. -Εισιτήριο στη θάλασσα-

= = = = = = = = = = =

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Antonio Tabucchi Δύο Ελληνικά Διηγήματα σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Άγρα, 2000.

Τακτικός επισκέπτης της χώρας μας ["ο έρωτας του Ιταλού συγγραφέα και διανοητή Αντόνιο Ταμπούκι για την Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο από δηλωμένος. Είναι γνωστό άλλωστε ότι τα τελευταία χρόνια περνά ένα μέρος των διακοπών του στην αγαπημένη του Κρήτη, παρέα με τον αποκλειστικό του μεταφραστή Ανταίο Χρυσοστομίδη" - Ελευθεροτυπία, 28/6/2008], έγραψε τα δύο διηγήματα σε κάποιο από αυτά τα ταξίδια του. Ανήκουν σε μία συλλογή με τίτλο Είναι αργά, όλο και πιο αργά και η προδημοσίευσή τους, σε ειδική έκδοση στα ελληνικά, ήταν επιθυμία του συγγραφέα ως προσφορά στους Έλληνες φίλους του και στην Κρήτη. Το πορτρέτο του εξώφυλλου είναι του Valerio Adami και φιλοτεχνήθηκε ειδικά για την ελληνική έκδοση. Όταν, δυο χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και η πλήρης συλλογή, ο Αντόνιο Ταμπούκι ήταν πάλι στην Ελλάδα, για να την παρουσιάσει μαζί με τον μεταφραστή και φίλο του Ανταίο Χρυσοστομίδη, και να επισκεφθεί την αθηναϊκή έκθεση βιβλίου, τον Σεπτέμβριο του 2002.


Πίζα, ο ποταμός Άρνο

Η Ιταλία, η Πορτογαλία, που έγινε η δεύτερη πατρίδα του, αλλά και η Ελλάδα είναι οι τρεις χώρες που περνούν μέσα από το έργο, αλλά και την ζωή του ιταλού συγγραφέα και ακαδημαϊκού, που το πρώτο του μυθιστόρημα (Piazza d'Italia) κυκλοφόρησε το 1975 από τον μεγάλο ιταλικό εκδοτικό οίκο Μπομπιάνι. Ο Αντόνιο Ταμπούκι γεννήθηκε στην Πίζα και μεγάλωσε στην κοντινή μικρή κωμόπολη Βεκιάνο, στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού του.


Vecchiano

Είναι από τους πρώτους μελετητές και κριτικούς του έργου του Πεσσόα και μαζί με την πορτογαλίδα σύζυγό του, την φιλόλογο María José de Lancastre, έχει μεταφράσει πολλά έργα του. Γοητεύθηκε από τον πολυπρόσωπο σπουδαίο πορτογάλο λογοτέχνη, όταν στις αρχές της δεκαετίας του '60 βρήκε τυχαία, στο Παρίσι, το ποίημα "Καπνοπωλείο" που υπέγραφε ο Άλβαρο ντε Κάμπος, ένας από τους σημαντικούς ετερωνύμους του Πεσσόα. Λάτρης και ο ίδιος της Πορτογαλίας (με αφορμή το ενδιαφέρον του για την μελέτη του Πεσσόα έμαθε τα πορτογαλικά), δίδαξε Πορτογαλική γλώσσα και Λογοτεχνία στα πανεπιστήμια της Μπολόνια, της Γένοβα και της Σιένα. Βραβευμένος και τιμημένος στην πατρίδα του, στην Γερμανία, την Ισπανία, την Γαλλία και το Βέλγιο έχει πλούσιο συγγραφικό, κριτικό και μεταφραστικό έργο και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. - (Κ.σ-Μ.)







- Φωτογραφίες: unesco org, olous-travel.gr,
freefoto.com, lavocedelserchio.it
- Εξώφυλλα βιβλίων: protoporia.gr, lemoni.gr,
baskerville.it


Aκόμα:
- ο Antonio Tabucchi στo γράμμα σε χαρτί
- ο Antonio Tabucchi στoν ιστότοπο της
Bιβλιοθήκης Κολλεγίου Αθηνών - Κολλέγιου Ψυχικού

= = = = = = =

Ενημέρωση 25/3/2012

- Το Βήμα:
Πέθανε στα 68 του ο Αντόνιο Ταμπούκι
Ήταν μία τις πιο αντιπροσωπευτικές φωνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας
Ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι πέθανε στη Λισαβόνα σε ηλικία 68 ετών ύστερα από μακρά ασθένεια, έγινε γνωστό τη Κυριακή από το Γάλλο μεταφραστή του Μπερνάρ Κομάν. Ο Ταμπούκι ήταν μία τις πιο αντιπροσωπευτικές φωνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: είχε γράψει περίπου 20 βιβλία που έχουν μεταφραστεί σε 40 γλώσσες μεταξύ τους και τα ελληνικά. Ήταν καθηγητής πορτογαλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Σιένας στην Ιταλία και μετέφρασε στα ιταλικά το έργου του Πορτογάλου συγγραφέα Φερνάντο Πεσόα. Πολλά από τα μυθιστορήματά του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη, όπως το «Νυχτερινό στην Ινδία» και το «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι. Επιπλέον υπήρξε χρονογράφος στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera και στην ισπανική El Pais. Μοναδικό παιδί ενός έμπορου αλόγων, ο Ταμπούκι γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1943 στην Πίζα της Τοσκάνης. Σπούδασε ιταλική φιλολογία και από το 1962 λογοτεχνία στο Παρίσι όπου ανακάλυψε τον Πορτογάλο συγγραφέα Φερνάντο Πεσόα διαβάζοντας τη γαλλική μετάφραση του ποιήματος «Το Καπνοπωλείο». Ο ενθουσιασμός του τον έκανε να ανακαλύψει τη γλώσσα και τον πολιτισμό της Πορτογαλίας, η οποία έγινε δεύτερη πατρίδα του. Συνέχισε τις σπουδές του στην πορτογαλική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Σιένας. Παθιασμένος με το έργο του Πεσόα, το μετέφρασε στα ιταλικά μαζί με τη σύζυγό του την οποία γνώρισε στην Πορτογαλία. Ανάμεσα στα έργα του είναι τα «Ταξίδια και άλλα ταξίδια», «Νυχτερινό στην Ινδία», «Η νοσταλγία του πιθανού», «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα», «Ο Τριστάνο πεθαίνει». Μεγάλο μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί και στα ελληνικά.


- Το Βήμα: Ο δικός μας Αντόνιο Ταμπούκι
Ο ιταλός συγγραφέας μέσα από τους Ελληνες που γνώριζαν τον ίδιο και το έργο του
Γράφει η Λαμπρινή Κουζέλη - 27/3/2012
«Ζούσε την κυοφορία μιας ιδέας έντονα και ο τοκετός του νέου έργου γινόταν βασανιστικά» λέει ο εκδότης της Αγρας Σταύρος Πετσόπουλος για τον Αντόνιο Ταμπούκι. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια, με το που άρχιζε το καλοκαίρι, έκαναν διακοπές μαζί στα Χανιά, στο ξενοδοχείο «Δώμα» των αδελφών Κουτσουδάκη, με τη Μαρία Ζοζέ, την πορτογαλίδα σύζυγο του Ταμπούκι, και τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, τον έλληνα μεταφραστή του. Εκεί γίνονταν όλοι μέτοχοι του δημιουργικού άγχους του. «Έβαζε τον πήχη ψηλά, απέρριπτε συνεχώς και, όταν δυσκολευόταν να δώσει μορφή στην ιδέα του, βίωνε την αγωνία του με τρόπο εντυπωσιακό, με εντάσεις, με νεύρα, με ημικρανίες» λέει ο έλληνας εκδότης για τον βραβευμένο ιταλό πεζογράφο, πανεπιστημιακό και μαχητικό διανοούμενο, που πέθανε την Κυριακή 25 Μαρτίου στη Λισαβόνα, χάνοντας τη σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Ηταν 68 ετών. Αφησε παρακαταθήκη περισσότερα από 40 βιβλία, μυθιστορήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικά και δοκίμια, βραβευμένα με διεθνείς διακρίσεις και μεταφρασμένα σε 40 γλώσσες, αλλά και μια πλούσια αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Οταν το νέο βιβλίο έβρισκε τον δρόμο του, ο Ταμπούκι ήταν χαρούμενος, ήθελε να το συζητήσει, να ζητήσει γνώμες από ανθρώπους που εμπιστευόταν. Οταν είχε καλές ιδέες, «του άρεσε πολύ να έχει κοντά κάποιον να υπαγορεύει, για να μην του φύγει η έμπνευση», περιγράφει ο Σταύρος Πετσόπουλος. Επρεπε να είναι ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης, κάποιος που μπροστά του δεν θα λογόκρινε τον εαυτό του. Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, μεταφραστής σχεδόν του συνόλου του έργου του που κυκλοφορεί στα ελληνικά, είχε γίνει με τα χρόνια εκτός από συνεργάτης και έμπιστος φίλος. «Υπήρχαν φορές που δεν άφηνε τον Ανταίο να κολυμπήσει γιατί ήθελε να του υπαγορεύσει κάτι από το βιβλίο που ετοίμαζε και έπειτα να το συζητήσει μαζί του», θυμάται ο Πετσόπουλος για τον συγγραφέα, του οποίου έχει εκδώσει τα περισσότερα βιβλία. «Εφτιαχνε όλο το βιβλίο στο κεφάλι του, ακόμη και τους διαλόγους», εξηγεί ο Ανταίος Χρυσοστομίδης. Μπορεί να το δούλευε έτσι επί έναν χρόνο. Οταν το οριστικοποιούσε στο μυαλό του, άρχιζε να το γράφει στο χαρτί. Μέσα σε μια εβδομάδα μπορεί το βιβλίο να ήταν έτοιμο. Το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα «Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» (1994), ένα οδοιπορικό στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ, τον έκανε διάσημο. Είχαν προηγηθεί το «Νυχτερινό στην Ινδία» (1984), τα διηγήματα «Το παιχνίδι της αντιστροφής» (1981), η «Γραμμή του ορίζοντα» (1986), το «Ρέκβιεμ - Μια παραίσθηση» (1992) στα πορτογαλικά, με το οποίο επιχειρούσε να κλείσει τους λογαριασμούς του με το αγαπημένο και τυραννικό φάντασμα του Πεσσόα, και οι «Τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα - Ενα παραλήρημα» (1994). Ακολούθησαν η «Κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρο» (1997), το «Είναι αργά, όλο και πιο αργά» (2001), το «Ο Τριστάνο πεθαίνει. Μια ζωή» (2004). Τον τελευταίο καιρό τον απασχολούσε ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον γερμανό μαρξιστή φιλόσοφο και κριτικό Βάλτερ Μπένγιαμιν. «Φαίνεται ότι πρόλαβε και το υπαγόρευσε, πριν πεθάνει, στον γιο του», λέει ο Χρυσοστομίδης. Τον ρωτάμε ποιο από όλα τα βιβλία του ξεχώριζε ο Ταμπούκι. Σκέφτεται λίγο, αλλά δεν αργεί να απαντήσει: «Το “Ο Τριστάνο πεθαίνει”. Είχαμε συμφωνήσει ότι ήταν ένα φιλόδοξο βιβλίο που δεν ήταν τόσο ολοκληρωμένο όσο θα ήθελε και, ίσως επειδή ήταν ανολοκλήρωτο, ίσως επειδή τον είχε βασανίσει περισσότερο από άλλα, το διέκρινε από τα υπόλοιπα» λέει για το βιβλίο που φιλοδόξησε να κλείσει μέσα του τη νεότερη ιταλική Ιστορία και να στηλιτεύσει τον «Χατζηπαπάρα»-Μπερλουσκόνι. «Ηταν και μια ελεγεία στον θάνατο», συμπληρώνει ο Χρυσοστομίδης, «και ο Ταμπούκι είχε έντονη την αίσθηση της ζωής και του θανάτου». Περισσότερα από 20 βιβλία του Αντόνιο Ταμπούκι κυκλοφορούν στα ελληνικά, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, από τον Οδυσσέα, την Εστία, τον Ψυχογιό και πλέον από την Αγρα, που επανεκδίδει όλα τα πρώτα του βιβλία ξαναμεταφρασμένα από τον Ανταίο Χρυσοστομίδη. «Επιθυμία του ήταν όλο το έργο του να έχει μία φωνή», εξηγεί ο έλληνας μεταφραστής, τον οποίο ο ιταλός πεζογράφος συμπεριλάμβανε στην επίλεκτη ομάδα των μεταφραστών και «συνδημιουργών φίλων» του, όπως συχνά τους χαρακτήριζε, μαζί με τον Μπερνάρν Κομάν στη Γαλλία και τον Κάρλος Γκουμπέρ Μελγόζα στην Ισπανία.

Γεννημένος το 1943 στην Πίζα, μεγαλωμένος στο κοντινό χωριό του Βεκιάνο με τους παππούδες του, σε ένα ταξίδι στη Γαλλία, φοιτητής, ο Ταμπούκι ανακαλύπτει τη λογοτεχνία του Πεσσόα και γοητεύεται διά βίου. Για χάρη του μαθαίνει πορτογαλικά και σπουδάζει πορτογαλική λογοτεχνία. Εκανε την Πορτογαλία δεύτερη πατρίδα του, παντρεύτηκε Πορτογαλίδα και δίδαξε πορτογαλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σιένα. Μαζί με τη σύζυγό του μελέτησαν και μετέφρασαν συστηματικά στα ιταλικά το έργο του Πεσσόα, με τον οποίο συνδιαλεγόταν αδιάκοπα ως δημιουργός. Από τον Πεσσόα και τη διάθεση της πορτογαλέζικης saudade κατάγεται και η νοσταλγική γλυκιά μελαγχολία που δίνει τον τόνο σε πολλά από τα δικά του κείμενα, όπως στις επιστολές των ανδρών που συνθέτουν το μυθιστόρημα «Είναι αργά, όλο και πιο αργά» (2001). «Η λογοτεχνία του είναι χαμηλών τόνων, αλλά η προσωπικότητά του ήταν υψηλών τόνων», υπογραμμίζει ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, «του άρεσε ο καβγάς, υπερηφανευόταν ότι ήταν απόγονος αναρχικών καβγατζήδων παππούδων που τα έβαλαν με το καθεστώς του Μουσολίνι». Ο ίδιος τα είχε βάλει με την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Ξεκοκάλιζε τις εφημερίδες, διάβαζε και θύμωνε και ξεσπούσε με πολεμική αρθρογραφία στην ιταλική «Corriere della Sera», στην ισπανική «El País», στη γαλλική «Le Monde». Είχε πάντα το θάρρος της γνώμης του. Είχε διαφωνήσει με τον Ουμπέρτο Εκο για το ζήτημα της τρομοκρατίας, είχε δώσει μάχες για τα δικαιώματα των Τσιγγάνων στην Ιταλία, ασκούσε δριμεία κριτική στα πεπραγμένα του Μπερλουσκόνι. Τα τελευταία χρόνια είχε εμπλακεί σε μια μεγάλη δικαστική περιπέτεια όταν υπερασπίστηκε με άρθρο του στην εφημερίδα «L’Unita'» τον Μάιο του 2008 τον δημοσιογράφο Μάρκο Τραβάλιο, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο πρόεδρος της ιταλικής Γερουσίας, στέλεχος του κόμματος του Μπερλουσκόνι, είχε σχέσεις με τη Μαφία. «Από τον Μπερλουσκόνι γλιτώσαμε, από τον μπερλουσκονισμό να δούμε πότε θα απαλλαγούμε», έλεγε στον Χρυσοστομίδη σε πρόσφατη επικοινωνία τους. «Μας είχε συνδέσει πολύ αυτή η πλευρά του, του πνευματικού ανθρώπου που παρεμβαίνει στα πράγματα, του διανοουμένου που διεκδικεί τη θέση του ως δημόσια φωνή» λέει ο Σταύρος Πετσόπουλος, που είχε αναλάβει την ελληνική κυκλοφορία του περιοδικού «Αουτονταφέ». Ηταν το λογοτεχνικό έντυπο του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων και από τις σελίδες του προβαλλόταν το έργο συγγραφέων που λογοκρίνονταν στη χώρα τους ή δέχονταν απειλές για τη ζωή τους. Ο Ταμπούκι είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση του Κοινοβουλίου το 1993. Εκρηκτικός στη δημόσια ζωή του, κυκλοθυμικός στην ιδιωτική, ο Ταμπούκι επιφύλασσε στους γύρω του πολλά ξαφνιάσματα. «Αλλοτε γινόταν ζόρικος και άλλοτε τραγουδούσε δυνατά και παράφωνα, μέσα στο κρητικό τοπίο, ιταλικά τραγούδια του ’60», θυμάται ο Πετσόπουλος. Πολύ χιούμορ, πολλή ευγένεια ήταν τα σταθερά χαρακτηριστικά του ανθρώπου που ο έλληνας εκδότης περιγράφει ως «πιστό φίλο, άνθρωπο μεγάλης λεπτότητας και πολλής γενναιοδωρίας, που ήξερε να εκφράζει τον σεβασμό, την εκτίμηση και την τρυφερότητά του».

Το ευρύ κοινό στην Ελλάδα γνώρισε τον Ταμπούκι το 1997, όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης τότε, για να παραλάβει το Ευρωπαϊκό Αριστείο για το «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα». Μία δεκαετία και πλέον αργότερα, το 2010, θα αναγορευόταν επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Οι Χανιώτες, που τον έκαναν επίτιμο δημότη το 2011, τον γνώρισαν με αφορμή τη φωτογραφία μιας ξεριζωμένης ελιάς κολλημένης με σελοτέιπ στον τοίχο του γραφείου του Πετσόπουλου. Η βιαιότητα της εικόνας καθήλωσε τον ιταλό συγγραφέα. Ηταν η εποχή που οι Βρυξέλλες ζητούσαν από τους έλληνες αγρότες να ξεριζώσουν από τα χωράφια τις ελιές και να φυτέψουν ακτινίδια. Ο Ταμπούκι εξανέστη. Εγραψε ένα άρθρο για τη σπουδαιότητα της ελιάς που δημοσιεύτηκε στα «Νέα». Οταν η ελληνική ελιά κέρδισε τη μάχη της στις Βρυξέλλες, οι χανιώτισσες Ιωάννα και Ρένα Κατσουδάκη τον προσκάλεσαν να γνωρίσει τις αρχαίες ελιές της Κρήτης και να τον φιλοξενήσουν με τη γυναίκα του στο οικογενειακό ξενοδοχείο στα Χανιά. Από το 2000, στο τέλος του ετήσιου τελετουργικού του ταξιδιού στην Ελλάδα, κατέληγε στα Χανιά και στο «Δώμα». «Η Κρήτη είναι πάντα ο τελευταίος προορισμός, το αναγκαστικό αραξοβόλι» έγραφε στο «Ταξίδια και άλλα ταξίδια» (Άγρα, 2011). Δεν στεκόταν όμως σε ένα μέρος, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα σε πολλές πατρίδες: την Ιταλία που τον ανέθρεψε, την Πορτογαλία του Πεσσόα που αγάπησε, την παρισινή Γαλλία, όπου ένιωθε ότι βρισκόταν στο κέντρο της ανταλλαγής ιδεών, και την Ελλάδα.
«Από τότε που την επισκέφτηκα για πρώτη φορά», γράφει για την Ελλάδα στο ίδιο βιβλίο, «κατάλαβα αμέσως ότι δεν θα άφηνα ποτέ αυτή τη χώρα. Και επιστρέφω κάθε χρόνο».

«Έχω ταξιδέψει πολύ, το παραδέχομαι»
, έγραφε αυτός ο σπουδαίος κοσμοπολίτης δημιουργός, «πήγα και έζησα σε πολλά μέρη. Κι αυτό το νιώθω ως μεγάλο προνόμιο, διότι το να ακουμπάμε τα πόδια στο ίδιο έδαφος για όλη μας τη ζωή μπορεί να μας οδηγήσει σε μια επικίνδυνη παρεξήγηση, να μας κάνει να πιστέψουμε ότι αυτή η γη μας ανήκει, σαν να μην την έχουμε δανειστεί, όπως έχουμε δανειστεί τα πάντα σε αυτή τη ζωή».

- in.gr:
H τελευταία ομιλία του Αντόνιο Ταμπούκι στην Αθήνα (βίντεο)
«Το ταξίδι είναι μια ξεχωριστή διάσταση της ζωής μας, που οι λογαριασμοί της έχουν να κάνουν με το χρόνο. Τα ταξίδι είναι μια ανακωχή ανάμεσα σε μας και το χρόνο, ο οποίος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μοιάζει με μια μικρή αιωνιότητα τσέπης».

Με αυτές τις φράσεις ο μεγάλος Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι, που έφυγε από τη ζωή την Κυριακή, όρισε τη δική του σχέση με το χρόνο και με το ταξίδι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας συνάντησης του με το αθηναϊκό κοινό που έγινε στις 19 Μαΐου του 2011 στο Μέγαρο Μουσικής. O μη κερδοσκοπικός ιστότοπος www.blod.gr του Ιδρύματος Μποδοσάκη, ο μόνος στη χώρα μας κι ένας από τους ελάχιστους διεθνώς που προβάλλει αποκλειστικά διαλέξεις από όλο το φάσμα της επιστημονικής και πνευματικής ζωής, βιντεοσκόπησε και έχει αναρτήσει την ομιλία αυτή του Αντόνιο Ταμπούκι. Η εκδήλωση, που οργανώθηκε στο πλαίσιο του Megaron Plus με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Ταξίδια και άλλα ταξίδια» στα ελληνικά, έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να διατυπώσει - μέσα από το διάλογο του με το κοινό που καθοδήγησε ο Έλληνας μεταφραστής και φίλος του Ανταίος Χρυσοστομίδης - τις απόψεις του για μια σειρά από θέματα, όπως η λειτουργία της λογοτεχνίας στο σύγχρονο κόσμο, η παρέμβαση των πνευματικών δημιουργών στα δημόσια πράγματα και η στράτευση στην τέχνη.
το βίντεο

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

78 ~ Ποιητικές αναφορές, ΧV - Άννα ντε Νοάιγ: Στις ακτές της Κρήτης


Anna, Marquise Mathieu de Noailles (1876–1933)
"κλείνω στο αίμα μου του κρητικού τριανταφυλλιού το μύρο"


Πρωινή προσευχή

Έλαμψε η μέρα. Η πίστη μου πάει στους αθάνατους θεούς
που απάνω απ’ όλα ζούνε.
Μένα η ψυχή μου πλάστηκε με άμμο κι αλάτι,
στις ακτές της Κρήτης που βογκούνε.

Στην Αθηνά πιστεύω εγώ, στην Ήρα, στην Κυβέλη
-οι μάγισσές μου είν’ οι καλές.
Την ώρα τ’ άυλου δειλινού, στον Παρθενώνα τις θωρώ
με ήλιο χρυσό στεφανωτές.

Στον Πάνα τον αιώνιο, στη νύφη που δαγκώνει
την Άνοιξη μες στον ανθό,
στην ηδονή, στο θάνατο πιστεύω, που τελειώνει
το κάθε πράγμα εδώ.

Όταν πεθάνω, θα ’θελα μ’ ευλάβεια κάποιο χέρι
στο στόμα να μου βάλει
τον οβολό που πρέπει μου, για να ζυγώσω στους θεούς
στ’ αγριωπό ακρογιάλι.

Κι ύστερα θε να κοιμηθώ στην άμετρη τη άβυσσο
με υποταγή, βαριά,
και της Ελλάδας οι θεοί σιμά μου εκεί θα κείτονται,
λησμονημένοι πια.

Μα η καρδιά μου ολάκερη μπορεί ποτέ να νεκρωθεί;
Κάτι από μένανε θα ζήσει.
Ξέρω πως, κάτω από το φως, το ζωντανό μου αίσθημα
το δρόμο δε θα σταματήσει.

-Ω! τόσο σας αγάπησα, φέγγος θαμπό κι αρώματα
της απαλότατης αυγής,
παρτέρια καλοκαιρινά, γιομάτα γλύκα κι άνθισμα,
κύμ’ αφρισμένο της ακτής.

Μια τέτοια ορμή δε δύναται να σταματήσει απότομα,
θα μείνει η έκσταση, κι ακόμα
η τρυφερότη μου για σας θα ξεπεράσει τη ζωή
και το κλεισμένο μου το στόμα…

μτφ: Μυρτιώτισσα


Ivan Konstantinovich Aivazovsky: On the Island of Crete, 1867

Ελληνολατρεία

Βαριά μου ελάτια σκοτεινά, που στο γαλάζιο αιθέρα
σωρούς τα βαθυπράσινα κλαριά σας τα κρεμάτε,
εσείς ιτιές θρηνητικές, τριγύρω από τις λίμνες,
κι απ’ το ρετσίνι ευωδιαστοί, της νύχτας θόλοι, ω δέντρα,
που ο ήλιος, σα ζεστό γυαλί, σας ρίχνει το φακό του,
σπηλιές, χαράδρες κι άμετρη πλατιά ρομαντικότη,
πως σας αγάπησε και πως σας δέχτηκε η καρδιά μου!
Ωστόσο εγώ, το ξέρετε, πως έρχομ’ απ’ τη χώρα
π’ αρχίζει απ’ την Ανατολή και πάει στη Σικελία.
απ’ τη γαλήνια φωτεινή κι ησυχασμένη χώρα,
που το κατσίκι, την τραχιά στυλώνοντας ματιά του,
δαγκώνει μια αμυγδαλιά μικρή, με μαύρο στόμα.
που η ρίγανη, το γιασεμί, τ’ αγιόκλημα είναι μέλι
τραγανιστό, κι οι μέλισσες περνώντας το μαζεύουν.
Κι έρχομ’ απ’ των κυπαρισσιών τη μαγεμένη χώρα,
κει που το μνήμα και μαζί το χωματένιο βάζο,
τ’ αρνί που βόσκει λεύτερο στ’ αλατισμένα βράχια,
οι λόφοι κι οι βουνοκορφές και γύρω τ’ ακρογιάλια
στην ίδια την πνεματική τη φόρμα είναι χυμένα.
Από τη χώρα τη γλυκιά του Δάφνη και της Χλόης…
Κι είναι του αιμάτου μου αδερφή μια κόρη που χορεύει,
κρατώντας μες στο χέρι της χρυσό ’να πορτοκάλι,
και το ’να γόνατο λυγά, με τ’ άλλο ξεδιπλώνει
του πέπλου τους αρμονικούς κυματισμούς στ’ αγέρι!
-Χρυσαφροδίτη, δύναμη κι άμετρη εσύ θερμότη,
ω μουσική, κι ω μάγεμα γλυκό της Ιωνίας,
όταν μια μέρα τη λαμπρή τη γη σου θα πατήσω,
που είδε τη γέννα των θεών, τη δόξα τους, την πάλη,
σα θα ’ρθω μ’ αγιοβότανα και με κισσό στα χέρια,
θα συχωρέσεις τάχατες εμένανε που κλειούσα
στις φλέβες και στα μάτια μου -αγνότατη θεά μου,
συ του μελιού που μου ’δωσες το δώρο και τ’ αγέρα-
του μυστικού του ηδονισμού το βάρος κείνο πόχουν
τα δάση τα ρομαντικά και της ιτιάς η θλίψη;
Να συχωρέσεις τάχατε μπορείς εμένα, που είπα:
“Της καταχνιάς τον βάρβαρο παράδεισο διαλέγω”;
Εμένανε π’ αγάπησα τα ξύλα τ’ αναμμένα
και τις καμπάνες π’ αντηχούν στις πολιτείες της Φλάντρας
και τα κανάλια του Αμστερντάμ, το Ρέμπραντ κι ό,τι ακόμη
μακριά από τ’ άσπρα βρίσκεται και θεϊκά σου χέρια;
Πόχω απολάψει τα βουνά της Δύσης, ενώ κλείνω
στο αίμα μου του κρητικού τριανταφυλλιού το μύρο;
Πόχω γευτεί την καρπερήν οσμή του χινοπώρου
κι ανάσανα με την καρδιά τη βαριομεθυσμένη
από ’να δυνατό κρασί, στου δειλινού την ώρα,
τις ντάλιες τις εξωτικές μέσα στ’ ογρό περβόλι,
εγώ πόχω στο αίμα μου κι ως μες στα κόκαλά μου
τους ήλιους σου, ω Διόνυσε! μαζί και την κραυγή σου!…
-Μα πήρε τέλος τώρα πια τούτ’ η ξεσκίστρα η πάλη
και θα ’ρθω, το διπλόν αυλό στα χέρια μου κρατώντας,
ευωδιασμένη απ’ το λωτό κι απ’ τ’ άγριο το θυμάρι.
Σιμά μου τα μικρά παιδιά θα παίζουν τις αμάδες
και τα παγόνια μ’ απλωτές ουρές θ’ αργοπετούνε.
Πίσω απ’ το φράχτη τα ώριμα τα σύκα θα γυαλίζουν
και, για να φτάσω τα γλυκά μισανοιγμένα ετούτα,
πάνω στον τοίχο το κορμί θε να το σφίξω τόσο
που με μια νύφη σκαλιστή σε αέτωμα θα μοιάζω,
έτσι πιασμένη ως βρίσκεται στη μαρμαρόπετρά της.
Κι άφωνη πια, δίχως καμιά προσπάθεια, μήτ’ ελπίδα,
μπασμένη μες την άμετρη παντοτινή γαλήνη,
σαν ταξιδεύτρα που άραξε μπρος στου σπιτιού τη θύρα,
δε θα ποθώ πια τίποτα - γι’ αυτό και θα πεθάνω.
Τα χέρια μου, που σφίγγανε τ’ άπειρο θα λυθούνε,
και θα γλιστρήσω μες στη γης, δίχως κανένα φόβο.
Τι αυτό που κράταε στη ζωή γερά την ύπαρξή μου,
αυτό που του ’δινε χαρά, πόνο, καημό και βάθος,
αυτό που μ’ άναβε τραχύ και φλογερό το πάθος,
αυτό που μ’ ανατάραζε στις βορινές τις χώρες
και την ψυχή μου μέθαγε και μου την αρρωστούσε,
ήταν ο πόθος μου ο τρανός για σε, ιερή μου Ελλάδα!
Ω ήλιε εσύ της ηδονής! ω των αιώνων χάρη!
Θα σ’ αντικρίσω, κι ύστερα γαλήνια θα κινήσω,
μ’ ένα λαφρύ χορευτικό και φτερωμένο βήμα,
κατά που θέλει ο πένθιμος ρυθμός κι η αρμονία,
με τους αγκώνες διπλωτούς, με τα πλευρά σφιγμένα
στο σάβανο, όπως φαίνονται στις νεκρικές τις στήλες,
και θα κατέβω, μ’ άκανθο μαβιά στεφανωμένη,
μες στην ερωτικιά τη γης, που κείτονται οι βακχίδες…

μτφ: Μυρτιώτισσα


Frederick J. Featham: After the rain, Rethymno

= = = = =

Αγαπητέ ποιητή,

Τίποτα δεν μπορεί να με συγκινήσει περισσότερο, κι ακόμα να με κάνει περήφανη, όσο η σκέψη πως τα ποιήματά μου που χρεωστούνε στην Ελλάδα όσα και στη Γαλλία, θα μεταφραστούνε στη γλώσσα που εξευγενίζει το καθετί και που εμόρφωσε την ανθρωπότητα σε όλες τις γνώσεις της. Ό,τι καλό αισθάνεται και λέει καθένας δεν μπορεί παρά να ’ναι ελληνικό.

Σας ευχαριστώ μ’ όλη μου την καρδιά
Comtesse de Noailles.


(η επιστολή της ποιήτριας προς τον Κώστα Κατσίμπαλη όταν της ανακοίνωσε την μετάφραση και την ελληνική έκδοση των ποιημάτων της)

= = = = =


Anna West: Crete Sunset


Tα ποιήματα και η επιστολή είναι από τον
ιστότοπο για την Μυρτιώτισσα, που έχει
επιμεληθεί ο Λάκης Φουρουκλάς
Πορτραίτο: του Philip de László από την wikipedia
Πίνακες: topofart.com, artplaces.com,
featham-paintings.gr
Εξώφυλλο βιβλίου: amazon.com