____________ ____________ ταξιδεύοντας: Δεκεμβρίου 2006

ταξιδεύοντας

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2006

23 ~ Φρανθίσκο Μπρίνες: Το πιο όμορφο καλοκαίρι μου


Francisco Brines
(1932)


ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ

Και τι είναι αυτό που έµεινε από εκείνο το παλιό καλοκαίρι
στα παράλια της Ελλάδας;
Τι µου αποµένει από το µοναδικό καλοκαίρι της ζωής µου;
Αν µπορούσα να διαλέξω απ' όλα όσα έχω ζήσει
κάποιον τόπο και το χρόνο που τον περιβάλλει,
η θαυµατουργή συνοδεία του µε φέρνει εκεί,
όπου το να είσαι ευτυχισµένος είναι ο φυσικός λόγος του

...............να είσαι ζωντανός.

Διαρκεί η εµπειρία, σαν κλειστό δωµάτιο των παιδικών

...............χρόνων'
δεν µένει πια η ανάµνηση των διαδοχικών ηµερών
σ' αυτή την ανούσια διαδοχή των χρόνων.
Σήµερα βιώνω αυτή την έλλειψη,
κι εκβιάζω από την αυταπάτη να διασώσω κάτι
που να µου επιτρέπει να κοιτάζω ακόµη τον κόσµο
µε τον αναγκαίο έρωτα'
κι έτσι να µε αναγνωρίσω άξιο για το όνειρο της ζωής.
Απ' ό,τι υπήρξε τύχη, σ’ εκείνο το µέρος της ευτυχίας,
άπληστα λεηλατώ
την ίδια πάντα εικόνα:
τα µαλλιά του ν' ανεµίζουν στον αέρα
και το βλέµµα καρφωµένο µέσα στη θάλασσα.



Μόνον εκείνη την αδιάφορη στιγµή.
Σφραγισµένη σ' αυτήν, η ζωή.

μτφ: Ρήγας Κούπα
από την ανθολογία ομοερωτικής ποίησης Η ΕΛΞΗ ΤΩΝ ΟΜΩΝΥΜΩΝ

= = = = =


Χαιρώνεια (Chaeronia in Boeotia)

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
........................ (Σε σας αδέρφια, φαντάσματα μελλοντικά)

Στη Χαιρώνεια σ' αγάπησα. Ζούσαμε.
Μέσ' απ' το ρημαγμένο πλάκωμα ένας
θνητός αχνός: ήμασταν ζωντανοί.
Έχουν περάσ' οι αιώνες, κι άλλα μάτια
ατενίζουν τα ερείπια, άθικτα ακόμα.
Ποιος διάβηκε από δω; Μονάχα το άδειο
στον κάμπο αυτόν το ρούχο ήταν του χρόνου.

Στη Χαιρώνεια σ' αγάπησα. Ανέπαφη
της ανθρώπινης στάχτης μένει η ζέστη
και στο έρημο πρωινό σκιές από στήλες
πεσμένες κοίτονται, φλεγόμενα
σώματα υπήρξαμε στη σκιά του. Πόσος
θάνατος θά 'πρεπε να 'ρθεί, να σβήσει
τα ωραία σου νιάτα, να φυσήξει στα δικά μου,
τίποτα εδώ δε διάρκεσε, γυρέψαμε
να γρηγορέψουν οι καρδιές σα να 'ταν
μοναδικό της ζωής σημάδι.

Μες στο έρημο πρωινό, αγαπηθείτε,
τις καρδιές γρηγορέψετε σα να 'ταν
μοναδικό της ζωής σημάδι.

Μες στο έρημο πρωινό, αγαπηθείτε,
τις καρδιές γρηγορέψετε σα να 'ταν
μοναδικό της ζωής σημάδι.
Το μόνο που διαρκεί είναι το άδειο.


μτφ: Ηλίας Ματθαίου
από την ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

= = = = = =





Περισσότερα για τον Φρανθίσκο Μπρίνες:
- από την "Έλξη των Ομωνύμων"
- από τα "Ποιήματα της παλιάς ζωής"

Φωτογραφίες: larioja.com, greece.strabon.org,
fundacionjoselito.com
Εξώφυλλα βιβλίων: tienda.boe.es, protoporia.gr,
librerialuces.com, cervantesvirtual.com,
O πίνακας είναι του Steve Walker

= = = = =

UPDATE 26 Μαρτίου, 2007
Ο Francisco Brines τον Απρίλιο στην Αθήνα:
(από το site του Ιανού)

Το Ινστιτούτο CERVANTES και το ηλεκτρονικό περιοδικό POEMA διοργανώνουν
στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Η ποιητική γενιά του ’50».

Συμμετέχουν:
Φρανθίσκο Μπρίνες, ποιητής, καθηγητής Ισπανικής Λογοτεχνίας και
Ισπανικών, Τομάς Σεγκόβια, ποιητής, Λουίς Γκαρθία Χαμπρίνα,
ανθολόγος της γενιάς του ’50, Τάσος Δενέγρης, ποιητής-μεταφραστής,
Παλαιολόγος, καθηγητής Ισπανικής Λογοτεχνίας στο ΕΑΠ.
Απαγγέλουν οι ηθοποιοί:
Ενρίκε Κάρλος Κουαράνιας Ρομανί, Νίκος Αναστασόπουλος
Κιθάρα:
Ζοάν Κάρλες Μαρτίνεθ Πρατ

Δευτέρα 23 Απριλίου, ώρα 19.30 στον Ιανό

= = = = = =

UPDATE 24 Απριλίου 2007
Από την εκδήλωση στον Ιανό:



Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2006

22 ~ Mαργκαρέτε Χάνσμαν: Mε την Λαΐδα, στην Μονεμβασιά


Μargarete Hannsmann (1921)
αγωνίστρια στον ελληνικό αντιχουντικό αγώνα

Σε μια νεκρή φίλη

[...]
Στους θόλους της Μονεμβασιάς
εγκαταστάθηκες
για να γιορτάσεις τ' αναστημένο σου κορμί
κι εγώ δυσκολευόμουν να ψελλίσω
το βενετσιάνικο σύμβολο πίστεως
- δυο μήνες πάνω κάτω -
ώσπου να διακρίνω την αναβολή:
Aκόμα μια φορά σ' ανθοβολεί ο Θεός
με κρίνα της αυλής
στο δισκοπότηρο του ιβίσκου
λύνει τον κόμπο του παρεό
στους ώμους σου:
EΤΣΙ ΤΗΝ ΕΠΛΑΣΑ
το πρόσωπό του αποστρέφει
κι εγώ πρώτη φορά μου σ' έβλεπα
όπως οι άντρες σε κοιτούν στην Αγορά
καθώς μουρμούριζαν προτού σε αθωώσουν.
[...]
Τώρα ήρθε η στιγμή για ένα ποίημα του Σεφέρη, λες
και το σκοτώνεις απαγγέλοντάς το
πίσω απ' αυτούς τους τοίχους ήρθε στο φως ο Ρίτσος
βγάζεις φωτογραφία τη "Ρωμιοσύνη" του
καθώς οι γάτες ανεβαίνουν στ' ανοιχτά βιβλία σου
Λαΐς, απατηλή εξαπατημένη
σκηνοθετείς
όμως εκτός από τα χελιδόνια της Μονεμβασιάς και από μένα
κοινό μηδέν



Μονεμβασιά

Και να κοιτάζεσαι διαρκώς στο οβάλ σου καθρεφτάκι
συσπάσεις ανάμεσα σε σβήσιμο κι αναζωπύρωση
συχνά η μελίρρυτη φωνή σου
ανάμεσα σε δύο φθόγγους να παγώνει
βουτάω το χέρι μου σε σπασμένα γυαλιά

Όμως εσύ σαν Καρυάτιδα οδεύεις
ξυπόλητη πάνω στις σουβλερές αιχμές των βράχων
κάνεις παζάρι με τον ήλιο απροστάτευτη:
θεράπευσέ με
βουτάς στη θάλασσα
αλαφροπάτητη επάνω στις επάλξεις
σέρνομαι εγώ από πίσω σου στην Άνω Πόλη
για ν' ατενίσουμε πέρα απ' τη θάλασσα προς την Ανατολή
- δυο μήνες πάνω κάτω -

Τα βράδια σου τραγουδούν απ' τις θαλαμηγούς
ή κάποιος Έλληνας
εγώ να σε χαϊδεύω με το βλέμμα
ζήσε, Λαΐς,
άσε σε μένα το memento mori
περήφανο καλό μου, αχ
χαμένο μου καλό μου
τώρα πηδάν τα ψάρια από τη θάλασσα για σένανε
πέφτουν αστέρια
τέτοιο φεγγάρι ολόγιομο
ποτέ μου δεν ξανάδα
σαν στα στερνά σου τα γενέθλια
κι εγώ
βουβά εγκαλώ τα σπλάχνα μου καθώς συσπώνται
καθώς τσουγκρίζεις τα ποτήρια μας:
γεια και του χρόνου, Μαργκαρέτε


Μονεμβασιά

[...] Φεύγουμε από το κάστρο
- δυο μήνες πάνω κάτω -
στρεφόμαστε προς τα νησιά

Το τζιπ μας τ' οδηγείς εσύ δίπλα στην άμμο
και στα βουνά
κι όταν σε πιάνει η ευφορία
θέλεις, Λαΐς, ντε και καλά να σιγοντάρω
- δυο πάνω κάτω απονομή χάριτος θα πει -
μα ήδη στα λατομεία πέρα
βλέπω να λαμπυρίζει κάτω απ' το μαυρισμένο δέρμα σου
το χρώμα πάρειου μάρμαρου

Εκεί όπου γιόρτασε τους γάμους η Αριάδνη
μπρος στο κυκλαδικό ειδώλιο της βιτρίνας
το χέρι μου έβαλες απάνω στην κοιλιά σου
κι ήξερα τελικά
αγνότερα δε θα γινόταν ν' αποχαιρετιστούν
η γη κι η θάλασσα
μήτε ποτέ τους τα ουράνια

Πίσω στη Γερμανία το 'μαθες
μόνος μνηστήρας απομένει ο θάνατος
που λαχταράει την περηφάνια, το μυαλό σου
την ταπεινοφροσύνη σου
που θα νικήσει αυτός την ομορφιά σου
- δυο μήνες πάνω κάτω -
δεν έχεις άλλη επιλογή
παρά να τον δεχτείς
...
Μετάφραση: Nίκη Αιντενάιερ

...Άρχισε να θυμάται: "Αχ η νεκρή φίλη". Την είχε γνωρίσει ως σκηνοθέτιδα, όταν γύριζε μια ταινία γι αυτήν, την ποιήτρια, με εντολή ενός τηλεοπτικού σταθμού: μια αξιοθαύμαστη γυναίκα, ωραία, μορφωμένη, γεμάτη απαιτήσεις από τη ζωή και αυτοπεποίθηση. Γίναν αμέσως στενές φίλες. Την φώναζε "Λαΐδα" και πάντα άκουγε τη συμβουλή της. Όταν τη σημάδεψε η αρρρώστια, θέλησε να πάει ακόμη μια φορά στην Ελλάδα, με συνοδεία την απελπισμένη ποιήτρια. Τελευταία αναλαμπή και δοκιμή ν' αντισταθεί στο θάνατο, που όμως σε λίγο έφτασε. ...

= = = = =



Η Μαργκαρέτε Χάνσμαν γεννήθηκε το 1921 στην κωμόπολη της χώρας των Σουηβών Χάιντενχάιμ [φωτ.]. Νεαρή κοπέλλα φοιτώντας σε μια οικοκυρική σχολή μυείται στην ιδεολογία των Εθνικοσοσιαλιστών, σύντομα όμως διακρίνει την ψευτιά και την απάτη, φεύγει από τη σχολή και σπουδάζει ηθοποιός. Γνωρίζει και παντρεύεται τον αντιφασίστα δημοσιογράφο και εκδότη Χάινριχ Χάνσμαν, που πεθαίνει σύντομα αφήνοντάς της δύο παιδιά. Προσπαθεί να ζήσει πουλώντας σχολικά βιβλία και παίζοντας κουκλοθέατρο. Συναντά τον ποιητή και αρχαιολάτρη Γιοχάνες Παίτεν και μαζί του ταξιδεύει συνεχώς στην Ελλάδα, ανακαλύπτοντας έτσι τους αρχαίους μύθους και θεούς. Η Χάνσμαν γράφει λυρική ποίηση, θέατρο, πεζογραφία. Το 1967 οι δυο τους συναντούν τον ζωγράφο και χαράκτη Χ.Α.Π. Γκρισχαμπερ, επίσης ελληνολάτρη, που το 1931/1933 εξέδιδε στην Αθήνα την πολιτικού και πολιτιστικού περιεχομένου εφημερίδα "Ντόιτσε Τσάιτουγκ". Ο τότε γερμανός πρέσβυς τον χαρακτηρίζει "ανεπιθύμητο πρόσωπο" και ο Γκρίσχαμπερ αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Ελλάδα ύστερα από απειλές για τη ζωή του.

Ο μεγάλος έρωτας της ως τότε α-πολιτικής ποιήτριας Μαργκαρέτε και του αγωνιστή ζωγράφου εμπλουτίζεται από τις καλλιτεχνικές τους κλίσεις. Σύντομα γίνεται κι αυτή ένθερμη αγωνίστρια για την επαναφορά της δημοκρατίας στην Ελλάδα και εναντίον των συνταγματαρχών της επταετίας. Οι δυο τους τυπώνουν προκηρύξεις, αφίσες, βιβλία, οργανώνουν εκδηλώσεις και συναντήσεις γερμανών και ξένων διανοουμένων σε πάνω από τριάντα γερμανικές πόλεις. Αλλά και μετά την πτώση της Χούντας θέμα των βιβλίων της παραμένει και επανέρχεται διαρκώς η Ελλάδα, όχι όμως πια μόνο το μυθολογικό παρελθόν της αλλά και το σκληρό παρόν.

Το 1981 πεθαίνει ο Γκρίσχαμπερ. Από τότε η θεματική των έργων της, αν και εξακολουθεί να θίγει τα πιεστικά προβλήματα του καιρού μας, γυρίζει όλο και περισσότερο γύρο από τον νεκρό σύντροφο της ζωής της, το βάρος της ηλικίας και τον ιδιωτικό θάνατο. Ως κυριότερα έργα της θεωρούνται τα πεζά : "Φωτεινή μέρα ξημερώνει - ένα παιδί γίνεται ναζί", "Κραυγή παγωνιού - τα χρόνια με τον Χ.Α.Π. Γκρίσχαμπερ", "Ημερολόγιο των γηράτειών μου", "Ως τη χάση της σελήνης" και οι ποιητικές συλλογές: "Ημέρες δραχμής", "Κοράκου ποίηση", "Όπου η αμμουδιά τελειώνει στον ουρανό". Τιμήθηκε με πολλά γερμανικά και διεθνή βραβεία.

της Χανελόρε Οξ, σε μετάφραση Νίκης Άιντενάιεραπό το περιοδικό "η λέξη" - τεύχος 176, Ιούλιος 2003


φωτογραφίες: www-hpcc.astro.washington.edu,
www.kgrecia.it, www.stadtbibliothek-reutlingen.de,
www.frauen-aktiv.de, www.landesgartenschau-heidenheim.de
εξώφυλλο βιβλίου: www.hinstorff.de


Ενημέρωση 31 Μαρτίου 2007
Margarete Dorothea Hannsmann (10/2/1921-29/3/2007)